η θεατρική μηχανή
παραστάσεις
εραστάς του θεάτρου
Νέα & Ανακοινώσεις
τι έγραψε ο τύπος
επικοινωνία
 
50 ΧΡΟΝΙΑ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

50 ΧΡΟΝΙΑ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΡΑΜΕΥΣ

Η ΚΡΑΤΑΙΑ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ
ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ


ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
1997 - 2007


ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΑ

50 ΧΡΟΝΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

ΚΑΒΑΛΑ ΙΟΥΛΙΟΣ 2007


40ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Λυσιστράτη, Αριστοφάνη

Μία και μοναδική παραγωγή, αυτή του Εθνικού Θεάτρου ανοίγει και κλείνει το φεστιβάλ. Η Κάτια Δανδουλάκη, φέτος κάνει ντεμπούτο: Παίζει πρώτη φορά αρχαίο δράμα, ερμηνεύοντας τον επώνυμο ρόλο στην αριστοφανική κωμωδία. Αμέσως μετά τον Εμφύλιο, στα χρόνια του '50, ένα θίασος - μπουλούκι φθάνει σε κάποιο χωριό της Ελλάδας. Όλος ο θίασος αποτελείται από γυναίκες, που μεταφέρονται από χωριό σε χωριό με ένα φορτηγό και παίζουν τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Στην πλατεία ενός βαλκανικού χωριού πετύχαμε και εμείς τον θίασο. Στο καφενείο οι άνδρες, θεατές στην αρχή, αλλάζουν ρούχα και σύντομα μεταμορφώνονται σε ρόλους ή μέλη του ανδρικού Χορού της «Λυσιστράτης». Με αυτό το εύρημα ο σκηνοθέτης Διαγόρας Χρονόπουλος αντιμετώπισε την κωμωδία που προσαρμόστηκε μουσικά και σκηνογραφικά στο κλίμα της εποχής του '50.
Η ταυτότητα της παράστασης:
Μετάφραση Γιάννης Βαρβέρης, Σκηνοθεσία Διαγόρας Χρονόπουλος, Σκηνικά και Κοστούμια Γιώργος Ζιάκας, Μουσική Δημήτρης Παπαδημητρίου, Χορογραφία Ισίδωρος Σιδέρης, Μουσική Διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου. Διανομή: Κάτια Δανδουλάκη, Ελένη Γερασιμίδου, Χρύσα Ρώπα, Μιράντα Ζαφειροπούλου, Γιάννης Μόρτζος, Νίκος Μπουσδούκος, Γιώργος Τσιδίμης, Γιάννης Καρατζογιάννης, κ.ά. καθώς και 40μελής Χορός ανδρών και γυναικών και επίσης 8μελής ορχήστρα
(25 Αυγ 97)


41ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Ειρήνη, Αριστοφάνη

Ο Σωτήρης Μουστάκας, στον δεύτερο αριστοφανικό ρόλο της καριέρας του, υποδύεται τον Τρυγαίο στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη. Ο Τρυγαίος είναι ένας γεωργός από την Αττική που κουβαλάει έναν τεράστιο «κοπρομπούρμπουλα» και πάει στον Όλυμπο για να φέρει τη θεά Ειρήνη. Και την έφερε. Και την Ειρήνη και την αγαλλίαση στους Φιλίππους! Η κωμωδία του Αριστοφάνη «Ειρήνη» από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου ανέβηκε σε Μετάφραση Γιάννη Βαρβέρη, Σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, Σκηνικά - Κοστούμια Αγγέλου Αγγελή, Μουσική Μιχάλη Χριστοδουλίδη, Χορογραφία Σοφίας Σπυράτου. Με τον Σωτήρη Μουστάκα και τους Κώστα Δημητρίου, Σταύρο Λούρο, Ελενα Παπαδοπούλου, Χριστίνα Παυλίδου, Στέλλα Φυρογένη, Αντώνη Κατσαρή, Σπύρο Σταυρινίδη, Κώστα Βήχα, Ευτύχιο Πουλλαΐδη.
(4 Αυγ 98)


42ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Θεσμοφοριάζουσες, Αριστοφάνη,

Την περασμένη Παρασκευή είχαμε την τύχη να έχουμε στην πόλη μας δύο από τα ιερά τέρατα του ελληνικού ρεπερτορίου: Τον Θύμιο Καρακατσάνη και τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και όχι μόνο αυτό. Οι δύο τους “άνοιξαν” το φετινό Φεστιβάλ. Στη συνέντευξη Τύπου ο χείμαρρος Καρακατσάνης μονοπώλησε την κουβένταΆ επικεντρώνουμε μόνο στη φράση: “Είμαστε δύο άνθρωποι που μπορούμε να μεταφέρουμε και το καυστικό πνεύμα και το λυρισμό του Αριστοφάνη. Η παράσταση γεννήθηκε για νΆ αποδείξει ότι το λαϊκό θέατρο είναι υψηλής αισθητικής.” Φευ! Όχι μόνο δε μεταφέρθηκε το πνεύμα και ο λυρισμός του Αριστοφάνη, αλλά με τις γνωστές μπαλνταφάρες του συμπαθούς πρωταγωνιστή, αυτά αντικαταστάθηκαν με τη χοντροκοπιά, τα “εξυπνακίστικα”, το κιτς. Δυστυχώς, η παράσταση δεν είχε σκηνοθετική άποψη. Κατόρθωσε να πάρει ένα θαυμαστό κείμενο που βρίθει σουρεαλιστικών στοιχείων και να το κάνει μανιέρα, να το κάνει ποταπό, να το κάνει “εύπεπτο”. Δεν είναι δε άμοιρος ευθυνών ο Γ.Χ. Μύρης (Κ. Γεωργουσόπουλος) που με την μετάφρασή του (βλ. παράφραση) οδηγεί τον σκηνοθέτη σε ακόμα χειρότερες γκάφες. Δεν ήταν μη σκηνοθετημένο το έργο. Ήταν κακά σκηνοθετημένο. Ακόμα χειρότερα! Ήταν επικεντρωμένο στον πρωταγωνιστή του, αφήνοντας εντελώς έρμαια των τυχών τους, το χορό και τους υπολοίπους συντελεστές της παράστασης. Μας είπε ο Γ. Μιχαλακόπουλος: “Η παράσταση στηρίζεται στη λαϊκή αίσθηση και όχι στην ακκιζόμενη σκηνοθεσία”. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για συναδελφικό μαχαίρωμα, πάντως αντικατοπτρίζει πλήρως τα πεπραγμένα. Θα κλείσουμε με τη φράση του ίδιου του σκηνοθέτη - πρωταγωνιστή: “Το έργο είναι έντιμη προσπάθεια.” Κι αυτό ακριβώς ήταν, μια προσπάθεια. Μια προσπάθεια που κατόρθωσε να μας κάνει να βαρεθούμε, να πιαστούμε, έστω να μειδιάσουμε και λίγο. Αλλά μόνον αυτό.
(15 Ιουλίου 99)


Φοίνισσες, Ευριπίδη

Τις Φοίνισσες, τη μόνη από τις σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη που αντλεί το θέμα της από τον Θηβαϊκό κύκλο, συνεχίζοντας κατά κάποιο τρόπο τον Οιδίποδα Τύραννο, επέλεξε το ΚΘΒΕ για τη φετινή σεζόν. Το έργο του Ευριπίδη στηρίζεται σε δύο άξονες: 1) Στη θανάσιμη σύγκρουση στους κόλπους μιας βασιλικής δυναστείας 2) στην πάλη για τη σωτηρία μιας πόλης που απειλείται από την καταστροφή του πολέμου. Σαφέστατα αυτοί είναι οι δύο κύριοι άξονες που επικρατούν, αλλά πλήθος άλλων τους πλαισιώνει. Πλήθος θεμάτων κυριαρχούν στην Ευριπίδεια σκέψη: Φιλαρχία, εγωισμός, Ίντριγκα, Σύγκρουση, Αγάπη, Μίσος, Θάνατος είναι οι επιμέρους καμβάδες που στάθηκε – ορθά – ο Νίκος Χουρμουζιάδης. Το έργο αρχίζει μ' ένα τρομακτικά δυνατό μονόλογο της Ιοκάστης (Αντιγόνη Βαλάκου) για να συνεχιστεί ξεδιπλώνοντας τα πάθη μια; οικογένειας που δεν έμελλε ποτέ να ευτυχήσει. Η Αντιγόνη Βαλάκου δέσποζε σε όλο το έργο. Η μεγάλη κυρία του Θεάτρου με την κορυφαία καθοδήγηση του Χουρμουζιάδη ήταν εκεί για να χαρίσει ρίγη συγκίνησης με τη στεντόρεια φωνή της, το "καθαρό" της παίξιμο, την άψογη υποκριτική ικανότητα. Η Ιοκάστη, η Μάνα – Γη δε μπορούσε παρά να καθηλώσει, να μαγέψει, να οδηγήσει τους θεατές στην απόλυτη Μυσταγωγία. Μυσταγωγία είναι η λέξη που θα χαρακτήριζε όλο το έργο. Από την επιβλητική είσοδο του Τειρεσία (Νίκος Βρεττός) από την τρομερή παρουσία του Οιδίποδα (Χάρης Τσιτσάκης), από τη σπαρακτική κραυγή της Αντιγόνης (Μαρία Ναυπλιώτου), από τον άρτιο, τόσο σκηνικά, όσο και ενδυματολογικά, χορό των βαρβάρων – Φοινισσών. Επί δύο ώρες, τόσο συλλογικά όσο και μοναχικά οι συντελεστές του ΚΘΒΕ ανέβαζαν το κρεσέντο, δίδασκαν ήθος, δίδασκαν τέχνη. Ήταν τόσο άψογα και άρτια όλα που είναι απορίας άξιον γιατί ο Χουρμουζιάδης άφησε κενά στη σκηνοθεσία του! Είναι απορίας άξιον γιατί επέτρεψε στον Πολυνείκη του (Κων/νος Μαρκουλάκης) να είναι λίγος, να είναι μικρός, να είναι αμήχανος, να κουνάει χέρια και κορμί λες κι έπαιζε σε ερασιτεχνική παράσταση. Κι αυτό δίπλα στον Ετεοκλή τον Δημήτρη Λιγνάδη, ενός έμπειρου θεατρικού ηθοποιού, μουτζούρωνε. Δυστυχώς!
Περνώντας βέβαια και στην άλλη όψη, στον Αγγελιοφόρο του Αλέξανδρου Μούκανου θα διαπίστωνε κανείς για το νεαρό πρωταγωνιστή ότι δεν υπάρχουν μικροί ρόλοι, μόνον μικροί ηθοποιοί.
Αυτή λοιπόν ήταν η άποψη του Νίκου Χουρμουζιάδη για το έργο, "ένα από τα πιο απαισιόδοξα και πιο τραγικά έργα του Ευριπίδη". ¶ξιους βοηθούς στα εγχείρημα του στάθηκαν η Ιωάννα Μανωλεδάκη σε σκηνικά και κοστούμια, ο Κώστας Βόμβολος με τη συγκλονιστική του μουσική και βέβαια η Σοφία Σπυράτου με την "ψαγμένη" χορογραφία της. Ατυχής στιγμή, όταν στις 10.20 (κι ενώ είχαμε 50' παράσταση) έπιασε ξαφνική θεομηνία η οποία κράτησε 15'. Η παράσταση σταμάτησε, ξανάρχισε στις 10.35 για να διακοπεί ξανά με νέα θεομηνία, παρά τις προτροπές του κοινού για συνέχεια. Τελικά κι ενώ είχε αδειάσει το μισό θέατρο, η παράσταση άρχισε ξανά (με 25' καθυστέρηση) και τον κόσμο να επανέρχεται, μούσκεμα αλλά αποφασισμένος. Happening καλοκαιρινό με αίσιο αποτέλεσμα!
(29 Ιουλίου 99)


Ανδρομάχη, Ευριπίδη

Να αρχίσω το σημείωμα αυτό με τα λόγια του Γιάννη Μαργαρίτη, σκηνοθέτη της παράστασης: "Η Ανδρομάχη δημιουργεί πολλά ερωτήματα από άποψη σκηνικών επιλογών παρουσίασης". Ερώτημα, συνεχίζω, που στην ουσία έμεινε αναπάντητο. Εξηγούμαι; Ο σκηνοθέτης σαφέστατα ήθελε να παρουσιάσει ένα έργο μακριά από τα συνηθισμένα και να του προσάψει μια μεταμοντέρνα χροιά. Πλην όμως, ό,τι κάνουμε το κάνουμε για κάποιους λόγους, όχι αναίτια. Η παράσταση απ' την αρχή ως το τέλος ήταν τέτοια: Αναίτια. Δεν υπήρχε ούτε λόγος, ούτε αιτία για να παρακολουθήσουμε το γκροτέσκο συνονθύλευμα ανοίκειων πραγμάτων. Όλα από μόνα τους ήταν ωραία αισθητικά, ίσως. Αλλά όλα μαζί, χάλαγαν την ουσία. Μουτζούρωναν το σκηνικό. Καταβαράθρωναν τους ηθοποιούς. Παράδειγμα 1ο: Υπέροχο το σκηνικό της Αγνής Ντούτση, αλλά όχι για την Ανδρομάχη. Παράδειγμα 2ο: Υπέροχη η μουσική των ΑΒΑΤΟΝ, αλλά δεν έδενε με τα πεπραγμένα. Παράδειγμα 3ο: Υπέροχη η κίνηση του χορού, αλλά σημειολογικά ανήκε αλλού.
Πιο αναλυτικά: Αρχή του έργου κι ο υποψιασμένος θεατής βλέπει το πρώτο λάθος. Την Πέμη Ζούνη στο ρόλο της Ανδρομάχης να προσπαθεί, και να μην μπορεί. Και δεν ήταν σκηνοθετικό λάθος. Η διανομή, ήταν! Κατόπιν και άμα τοις εισόδοις του χορού δε θα μπορούσε να μη ξενίσει το γεγονός ότι οι επτά κοπέλες ενδυματολογικά έφερναν σε Μανιάτισσες μοιρολογίστρες, ενώ από τα μεγάφωνα οι ΑΒΑΤΟΝ έντυναν την είσοδο με μουσική που θύμιζε Ίνκας. Πώς να το κάνουμε. Δεν ταιριάζει! Όπως δεν ταίριαζαν τα ευφυολογήματα του σκηνοθέτη, τα σχετικά με την κίνηση, την εκφορά του Λόγου, την υποβοήθηση της Τραγικότητας με το να χτυπούν οι κοπέλες του χορού… ξυλάκια! Συνεχίζοντας το γκροτέσκο, είδαμε μια Ερμιόνη (Χρυσάνθη Δούζη) να χτυπιέται, να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της… στην κυριολεξία και εν γένει να παρουσιάζει τα ανατεθέντα με τέτοιο στόμφο, που θα έκανε Βρετανό φλεγματικό να ερυθριά. Ανάλογο στόμφο είχε και ο Πηλέας του ¶γγελου Αντωνόπουλου, που ας σημειωθεί ο θρυλικός Βαρτάνης έπαιζε για πρώτη φορά σε Αρχαία Τραγωδία. Ατυχής η στιγμή για τον κ. Αντωνόπουλο, ατυχής και η ενδυματολογική άποψη της κ. Ντούτση που μας τον παρουσίασε σαν επτανήσιο κόντε (μέσα στην αρχαιοπρέπεια των Ανδρομάχης – Ερμιόνης, την κατήφεια των μοιρολογιστριών, τη βλάχικη εμφάνιση του Αγγελιοφόρου – Αντώνη Μπαμπούνη, τη σκληρή μαγκιά του Ορέστη – Δημήτρη Σιακάρα και άλλα πολλά ευτράπελα). Ο στόμφος φυσικά δεν τελειώνει εδώ, παρά συνεχίζεται με όχημα αυτή τη φορά τον Μενέλαο του Χάρη Σώζου, που ας σημειωθεί, ενδυματολογικά έφερνε κάπως μεταξύ Μουσολίνι και Ναπολέοντα. Και το έργο, εν μέσω περιττών εξάρσεων, ακανόνιστων διαδρομών, σύμφορων συμφυρμάτων, φτάνει στο τέλος με την Τάνια Τσανακλίδου, ως Θεά Θέτις, να άδει δια μικροφώνου σε μια ομολογουμένως καλή θεατρική απόπειρα. Και εδώ τέλειωσαν τα βάσανά μας. Ο θίασος εισέπραξε το αναλογούν χειροκρότημα κι εμείς προβληματισμένοι πήραμε την οδό του γυρισμού, με το ερώτημα να πλανιέται: Γιατί;
(5 Αυγούστου 99)


Ελένη, Ευριπίδη - Πέρσες Αισχύλου
στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Ελένη, Ευριπίδη

Αν ζούσε ο Τζόζεφ Κόνραντ θα έβαζε ξανά τον συνταγματάρχη Κερτζ νΆ αναφωνήσει; “Η Φρίκη! Η Φρίκη!” Όλα αυτά βέβαια με την ευκαιρία της παράστασης που είδαμε την περασμένη Τετάρτη από το αμφιθέατρο του Σπ. Ευαγγελάτου. Διότι αυτό που βιώσαμε ήταν η απόλυτη Φρίκη. Το κακό. Το κάκιστο. Που δεν είχε ούτε συνέχεια, ούτε συνέπεια. Αλλά που είχε τη Λήδα Τασοπούλου. Δυστυχώς! Τη Λήδα, ως κακέκτυπο της Μιμής Ντενίση!!! Μια καρικατούρα της Ελένης που προσπάθησε έντιμα νΆ αλλάξει όλα όσα γνωρίζαμε μέχρι τώρα για τους τονισμούς, την κίνηση, την απόδοση. Επίσης είχε και έναν σκηνοθέτη (;) ο οποίος πήρε την ιλαροτραγωδία του Ευριπίδη και την κομμάτιασε, τη διέλυσε, την αποσύνθεσε για να συνθέσει ένα γκροτέσκο συνονθύλευμα διαφόρων στυλ, διαφόρων τάσεων και εν τέλει α-διάφορου αποτελέσματος, κουραστικού και τόσο μπερδεμένου που προβλημάτιζε τον θεατή, τον γέμιζε ανία και εν γένει τον έκανε να παρακαλάει να πιάσει βροχή, μήπως και σωθεί την τελευταία στιγμή. Δυστυχώς, η παράσταση δεν εσώθη ούτε από την εξαίρετη κατά τΆ άλλα, αλλά αταίριαστη για την Ελένη, μουσική του Γ. Κουρουπού, ούτε από τον ενδεκαμελή χορό που έμοιαζε να περιφέρεται ασκόπως μέσα στο ατυχές σκηνικό του Γ. Μετζικώφ. Το πείραμα απέτυχε. Κρίμα!

Πέρσες
Αισχύλου

Τρεις μέρες μετά, αποζημιωθήκαμε. Ο Λευτέρης Βογιατζής παρουσίασε τη δική του εκδοχή των Περσών, με το Εθνικό Θέατρο. ΣΆ ένα επιβλητικό σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, που από μακριά έμοιαζε με χαλί φακίρη (κάθετοι σωλήνες επάνω στο σκηνικό που ίσα - ίσα επέτρεπαν την κίνηση των ηθοποιών), ο Βογιατζής έστησε τον 20μελή χορό του - τον πρωταγωνιστή του έργου - με ανορθόδοξο αλλά πολύ αποτελεσματικό τρόπο. Εν πλήρη αρμονία, οι άνδρες περιφέρονταν καθώς μίλαγαν όλοι μαζί, δίνοντας μαθήματα δεξιοτεχνίας και στυλ. Μαζί τους και δύο μουσικοί - ένα φλάουτο κι ένα ακορντεόν- συνέβαλαν κι αυτοί
στην απόλυτη μυσταγωγία. Το έργο του Αισχύλου, αυτό καθΆ αυτό, δεν είναι δυνατό. Ούτε οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν οι καλύτερες. Και όμως η σκηνοθεσία τα επεσκίασε όλα αυτά, καθώς το στήσιμο των ηθοποιών, η κίνηση, τα κοστούμια και το σκηνικό, απογείωσε το έργο, άφησε άφωνους τους θεατές με την αρμονία και τη σημασία στην πιο μικρή λεπτομέρεια. Σημαντικότατος παράγοντας επιτυχίας, οι θαυμαστοί φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου που συνέβαλαν τα μέγιστα στην προαναφερθείσα μυσταγωγία.
Λεπτομέρεια: Στο τέλος, κατά το χειροκρότημα, εμφανίστηκε και ο σκηνοθέτης επί σκηνής, ο οποίος με τη σειρά του ανέβασε τον κ. Λαλένη (ο οποίος το 1984 είχε “ανακαλύψει” τον Λευτέρη Βογιατζή και τον είχε φέρει στην Καβάλα, με τους “Αγροίκους”).
(2 Σεπ 99)


Οι δρόμοι του Αρχαγγέλου – Πέρσες

- Ανοιξε τις πύλες του, το 43ο Φεστιβάλ Φιλίππων – Θάσου, το περασμένο Σάββατο με τους ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ – ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, μια μουσική παράσταση βασισμένη και αφιερωμένη στο έργο και την εποχή του μεγάλου Έλληνα συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Μια παράσταση που δυστυχώς διεκόπη περίπου στη μέση, λόγω βροχής. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί πως το αμείωτο ενδιαφέρον του κόσμου ανάγκασε τους ηθοποιούς (αλλά και το κοινό) να παίζουν επί εικοσαλέπτου περίπου, υπό βροχή. Για τεχνικούς λόγους, όμως, στο τέλος η παράσταση διεκόπη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Το σενάριο παρακολουθεί τη ζωή του συνθέτη (ερμήνευσε ο Γιάννης Μπέζος) από τα πρώτα του χρόνια ως το 1974, περιγράφοντας καθημερινές σκηνές απ' τη ζωή του, αλλά και στιγμές – σταθμούς στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας, με κυρίαρχο στοιχείο την Μουσική. Ο σκηνοθέτης (Θέμης Μουμουλίδης) τόνισε την ποιητική – λυρική διάσταση του Θεοδωράκη, μεταφέροντας κυρίως μιαν αίσθηση και αυτό ήταν η δύναμη της παράστασης. Μέσα σ' αυτό το κλίμα της αίσθησης, περνούν και τα πολιτικά και τα πάντα. Όσο για το είδος: συνονθύλευμα διαφορετικών μορφών έκφρασης, θέατρο, μουσική, χορός, τραγούδι. Ασαφή τα όρια κι αυθόρμητα. Ούτε ακριβώς θέατρο, ούτε μουσική παράσταση. Κι εδώ ακριβώς έγινε το λάθος! Παρασυρμένος από την έξοχη μουσική του δημιουργού, ο καλός σκηνοθέτης έκανε το λάθος ν' αφήσει το θέατρο απ' έξω. Εξηγούμαι: Ο Γιάννης Μπέζος δεν ήταν ούτε εδώ, ούτε εκεί. Δεν ερμήνευε παρά μόνον απήγγειλε. Δεν "έκανε" αλλά "ήταν" κι αυτό ήταν η μεγάλη παραφωνία σ' όλο το εγχείρημα. Δυστυχώς, η ερμηνεία θάφτηκε κάτω από τους λαρυγγισμούς του Κώστα Μακεδόνα και την αέναη παρουσία της Τάνιας Τσανακλίδου. Ούτε ενδυματολογικά δεν βοηθήθηκε ο καλός ηθοποιός. Απλά δεν υπήρχε χώρος για Δράμα. Επιμέρους οι σκηνές ήταν καλές. Ίσως και ν λειτουργούσαν μόνες τους. Δεμένες όμως έδωσαν μια κλωτσιά στην ερμηνεία, προβάλλοντας την Μουσική. Ίσως βέβαια, αυτό να ήταν μέσα στις προθέσεις του σκηνοθέτη. Γιατί η παράσταση, εν γένει, ήταν καλή. Ήταν φαντασμαγορική, ήταν "θεατρική" αλλά δεν ήταν θέατρο. Το ευτυχές από την άλλη, είναι ότι άγγιξε τον κόσμο, τον συνεπήρε πολλές φορές, ακόμα και μέσα στη βροχή σιγοψιθύριζε: "…πήραμε τη ζωή μας λάθος. Κι αλλάξαμε ζωή…"
- Κι ενώ το Σάββατο, στον Μίκη, είχε γίνει το αδιαχώρητο στους Φιλίππους, οδηγούσα το βραδάκι της Δευτέρας προς την επόμενη παράσταση, αυτή των ΠΕΡΣΩΝ του Αισχύλου, με μια αγωνία – σχεδόν σιγουριά – αν το θέατρο θα γέμιζε, έστω κατά το 1/3, εκείνη την "αντιθεατρική" ημέρα. Διαψεύστην οικτρά! Το θέατρο ήταν κατάμεστο. Συγκινήθηκα. Κάτι αρχίζει ν' αλλάζει στην Καβάλα. Ώρα 21.35. Η παράσταση, η ιστορική παράσταση του Κουν, η παράσταση – σταθμός του 1965, αρχίζει. Εν αρχή ήταν η μυσταγωγία. Το πάθος. Ο Συγκλονισμός. Η Έξαρση. Αναφέρομαι φυσικά στον Χορό. Τον μέγα πρωταγωνιστή, όπως τον ήθελε ο Δάσκαλος και όπως πραγματικά ήταν. Η καταπληκτική κίνηση του χορού, του πολυπληθούς χορού Περσών γερόντων, 19 τω αριθμώ, η ερμηνεία του, ο ήχος της οδύνης των Περσών που περιέγραφε την αχλύ της δόξας των Ελλήνων, όλοι μαζί αλλά και ο καθένας χώρια έδωσαν στο Δράμα την αρχαία δόξα του. Ναι, ήταν πράγματι ο ένας και μοναδικός πρωταγωνιστής της παράστασης, ένα αριστούργημα που παλλόταν με απόλυτο πάθος, με απόλυτη τραγικότητα, με απόλυτη μαγεία. Αποκορύφωση δε, η σκηνή της επίκλησης του φαντάσματος του Δαρείου, που ήταν ό,τι πιο θαυμαστό μπορεί να σκεφτεί κανείς από δημιουργίας Θεάτρου.
Συγκλονισμένοι οι θεατές, απορροφημένοι και συνεπαρμένοι παρακολουθούσαν αυτό το ένα σώμα να δονείται τόσο αρμονικά, τόσο τέλεια στις γραμμές που ο Κάρολος Κουν και η Μαρία Κυνηγού (κίνηση χορού) είχαν υποδείξει. Οι άξιοι συνεχιστές του έργου του Κουν, ο Γιώργος Λαζάνης και ο Μίμης Κουγιουμτζής, φρόντισαν όσο μπορούσαν, ώστε να δοθεί το ίδιο αποτέλεσμα, όπως και τότε. 35 χρόνια πριν. Μέσα σ' αυτό το κλίμα η ¶τοσσα της Ρένης Πιττακή (που στην παράσταση του '65 ήταν ακόλουθος, πλάι στην κυρία Νέλλη Αγγελίδου και το 1987 πρωτοερμήνευσε την Ατοσσα) στάθηκε άξια για το βαρύ φορτίο. Τραγική φιγούρα, μπόρεσε και κράτησε τις πολύ λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο. Γεγονός που δεν κατάφερε να κάνει ο "λίγος" Ξέρξης του Γιάννη Καρατζογιάννη. Δυστυχώς "μουτζούρωσε" την παράσταση, την ξεστράτισε, ερμηνεύοντας επιφανειακά έναν όχι και τόσο αβανταδόρικο ρόλο. Διεσώθη, βεβαίως, ο κορυφαίος Χρήστος Καλαβρούζος στο ρόλο του Δαρείου. Μεγαλειώδης, στομφώδης και επιβλητικός μπήκε εύκολα στο νόημα του Αισχύλειου Λόγου, δίνοντας πνοή στην πνοή του Χορού. Έντιμα στάθηκε και ο Αγγελιοφόρος του Παντελή Παπαδόπουλου με τις τραγικές του εξάρσεις την κατάλληλη στιγμή και την ευθύτητα του λόγου του να δονεί το κοίλο. Εμείς τι άλλο να πούμε! Μόνο μπράβο αξίζει σ' όλους τους συντελεστές του Θεάτρου Τέχνης που μας αξίωσε να δούμε την παράσταση που έκανε το γύρο του κόσμου το '65 και απέσπασε τις καλύτερες κριτικές. Να σημειώσουμε επίσης ότι η μετάφραση ήταν του Παναγιώτη Μουλλά, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη (τα αυθεντικά του '65) και η εξαίρετη μουσική που καθοδηγούσε τα βήματα του χορού, του Γιάννη Χρήστου.
(20 Ιουλ 00)


Εθνικό Θέατρο: Ειρήνη, Αριστοφάνη

Κατάμεστο και αυτή τη φορά το Αρχαίο Θέατρο. Γεμάτο από κόσμο και σ' αυτή την τέταρτη παράσταση του 43ου Φεστιβάλ (αν εξαιρέσει κανείς την εξαίρετη Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής και τον Σταύρο Ξαρχάκο την περασμένη Τετάρτη).
Η Ειρήνη του Αριστοφάνη, την τιμητική της. Και ο Τρυγαίος του Γιώργου Παρτσαλάκη τη δική του. Μόνο που όλα άρχισαν και όλα σταμάτησαν σ' αυτά τα δύο ονόματα. Τουλάχιστον όσον αφορά το θέατρο. Γιατί το θέαμα ήταν καλό. Το θέατρο όμως;
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Ο καθάριος λόγος του Τρυγαίου, η ωραία φωνή και η αβίαστη άρθρωση, στον πρόλογο, ήρθαν ν' αντικατασταθούν από έναν Χορό που δεν ήξερε που να σταθεί, τι να κάνει και το κυριότερο: Πώς να το κάνει. Μια φοβερή αμηχανία έπεσε ανάμεσα στους ηθοποιούς δίνοντας την εντύπωση ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη σκηνοθετική άποψη, ή δεν διδάχθηκαν κατά πώς έπρεπε τη συγκεκριμένη δουλειά τους. Αποτέλεσμα: Αλαλούμ στις κινήσεις, στον Λόγο, στην Χάρη. Ο Χορός έδινε την εντύπωση κακοτεχνίας, μπουλουκιού μάλλον ερασιτεχνικού και όχι ενός Εθνικού Θεάτρου. Μια φτώχια πλανιόταν στον αέρα, τόσο παρουσίας, όσο και ενδυματολογική. Ενώ τα σκηνικά του Αγγελή ¶γγελου ήταν μια χαρά (χωρίς να είναι όμως πλούσια, ή τέλος πάντων να έχουν μια άλλη σκηνογραφική άποψη), τα κοστούμια του Χορού δεν παρέπεμπαν πουθενά. Εξαίρεση αποτέλεσαν αυτά του Ερμή, καθώς και της Οπώρας και της Θεωρίας, όπως επίσης και οι θαυμάσιες μάσκες του Χορού που όμως κι αυτές χάλασαν τη μαγεία καθώς ο Χορός ολοένα τις έβαζε και τις έβγαζε. Γενικά, αυτό που ενόχλησε ήταν ότι Βασίλης Νικολαϊδης, ο σκηνοθέτης του έργου, ξέφευγε από τα Αριστοφανικά πρότυπα, δημιούργησε άλλα δικά του, έδωσε πολύ έμφαση στο τραγούδι (εξαίρετο κατά τ' άλλα μόνο που δεν "έδενε" με την όλη παράσταση), έκανε ένα συνονθύλευμα στυλ και απόψεων με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να μη ξέρεις αν είναι μεσαιωνικό παραμύθι, αριστοφανικός ύμνος ή σύγχρονο κονσερβατουάρ. Πρόχειρη και αδούλευτη η παράσταση με τη μουσική "όλο κάτι να θυμίζει και να μη ξέρουμε τι" που έλεγε κι ο Κηλαηδόνης, μεγάλη και με "κοιλιές", χωρίς σκηνοθετική άποψη και γεμάτη κλυδωνισμούς. Παρ' όλα αυτά δεν κατόρθωσε να κρύψει τη μεστή παρουσία του Γιώργου Παρτσαλάκη, ενός μεγάλου ηθοποιού, ενός πραγματικού ηθοποιού (και όχι μπαλνταφαρικού οδοντιάτρου στην T.V.) αρχαίου Δράματος. Ήταν αυτός που κράτησε ζωντανή την παράσταση, ήταν αυτός που τροφοδότησε το θέατρο και ουχί το θέαμα. Είπαμε απ' αυτό είχαμε μπόλικο. Τώρα τι κρατά κανείς, αυτό είναι άλλο ερώτημα.
Υ.Γ. Αν και το κρατικό τούτο σημείωμα κρατήθηκε μακριά από τις (εύλογες) συγκρίσεις, δεν μπορώ να μην αναφέρω την παράσταση του Θ.Ο. Κύπρου προ διετίας, με το ίδιο έργο και τον Σωτήρη Μουστάκα στο ρόλο του Τρυγαίου, μια παράσταση που είχε όλα αυτά που έλειπαν από την προαναφερθείσα: Κοστούμια, σκηνικά, μουσική, μα πάνω απ' όλα έχουν Χορό που ήξερε που στεκόταν, έναν Χορό που έκανε το Αρχαίο Θέατρο να δονείται επί 2 ώρες.
Η σύγκριση αναπόφευκτη. Ας μη ξεχνάμε ότι το περασμένο Σάββατο η παράσταση ήταν του Εθνικού μας Θεάτρου. Και από ένα Εθνικό Θέατρο περιμένει κανείς πολλά. Κρίμα!
(27 Ιουλ 00)


Εδουάρδος Β'

Αγγίζοντας τους μεγάλους του μεταμοντέρνου θεάτρου στη χώρα μας, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό και τον Λευτέρη Βογιατζή (ποιος δε θυμάται τη μνημειώδη παράσταση των "ΠΕΡΣΩΝ" μόλις πέρσι;), ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος "περνάει" στο όχι και τόσο νεοπαγές κίνημα. Η Καβάλα τον γνώρισε το '94 όταν σκηνοθέτησε την ΜΑΥΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ του Πίτερ Σάφερ (με τον Ανδρέα Τσιαπτσιάδη τότε στον πρωταγωνιστικό ρόλο), μια βατή σκηνοθεσία του mainstream θεάτρου, μια έντιμη δουλειά, μια πολύ ικανοποιητική παράσταση. Το περασμένο Σάββατο το "ξαναείδαμε". Είδαμε τη δική του ματιά πάνω στο έργο του Κρίστοφερ Μάρλοου ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ Β'. Ένα έργο βαθιά αντιεξουσιαστικό και τολμηρό. Ένα έργο που μιλά για την εξουσία, ένα έργο που μελετά τις επιπτώσεις αυτής πάνω στους ανθρώπους.
Ο Θεοδωρόπουλος έκανε ένα έργο καθαρά μεταμοντέρνο. Από την "Κλοπή Λόγου" μέχρι την καθαρή "περφόρμανς" έδωσε τη δική του ροκ χροιά στην σκηνοθεσία. Σπάνια βλέπουμε, πια, σφιχτοδεμένες σκηνοθεσίες. Οι περισσότερες είναι χλιαρές. Η δική του είχε ορμή, ροή και σωστή καθοδήγηση. Αλλά για να δούμε τα πράγματα απ' την αρχή. Το σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη ήταν καταπληκτικό. Όχι μόνο αισθητικά όμορφο ή λειτουργικό. Αναφερόταν κατά γράμμα στο έργο: α) επικλινές: συμβολιστικό της φθοράς, του κατήφορου, του κλυδωνισμού του Βασιλείου, β) κατακερματισμένο: συμβολιστικό της σαπίλας της κοινωνικής ζωής, των χαλαρών αξιών και κορμών, του χάους που πρυτάνευε στην εποχή του Εδουάρδου του Β'. Βοήθησε τα μέγιστα για να στηθεί η άψογη σκηνοθεσία. Φορείς της οποίας οι ηθοποιοί, οι οποίοι ήταν στημένοι όπως έπρεπε.
Χρησιμοποιούσαν σώμα και φωνή με μια ιδιαιτερότητα που θα ζήλευε κι ο πιο δύσκολος θεατής. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (Γκάβεστον) "άνοιξε" την αυλαία. Με μια κίνηση θεατρική. Μ' ένα βάδισμα ανάλαφρο.
Με μια υποκριτική καθοριστική. Και βέβαια να δίνει αυτός πρώτος την ροκ υπόσταση της παράστασης. Όταν αυτός "αποκεφαλίστηκε" τη σκυτάλη πήρε ο Γιώργος Πυρπασόπουλος (Σπένσερ) με το ίδιο μπρίο, με την ίδια ζωντάνια για να 'ρθει κι αυτός αντιμέτωπος με την κακία του Δημήτρη Λιγνάδη (Μόρτιμερ). Ο Δημήτρης Λιγνάδης, αυτός ο έξοχος ηθοποιός ήταν και το κρυφό ατού της παράστασης. Κακός, υποχθόνιος, ύπουλος "έδωσε" με πληρότητα και εντιμότητα τον χαρακτήρα του Μάρλοου. Έδειξε ότι πατά σταθερά στα πόδια του και έφτιαξε έναν Μόρτιμερ αφτιασίδωτο, χωρίς περιττές εξάρσεις, ωμό και βάναυσο πλέοντας κι αυτός άψογα στην σκηνοθετική τελειότητα. Ο Στέλλιος Μάινας (Εδουάρδος Β') άρχισε χλιαρά στο πρώτο εικοσάλεπτο για ν' ανέβει αμέσως μετά και να φτάσει στο εξαίρετο κρεσέντο του προς το τέλος. Απίστευτα σπαρακτικός, ο φορέας της εξουσίας ήταν και φορέας του πόνου και της δυστυχίας. Ο Μάινας ερμήνευσε άψογα τον ρόλο του, με διαρκή ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα (όπως υπέδειξε ο Μάρλοου), με μια καθαρά "Σεξπιρική" θεατρική υπόσταση, με μια κίνηση χορευτική. Ο καλός ηθοποιός ξεδίπλωσε μια ακόμη πτυχή του καθώς τον έχουμε συνηθίσει σε διάφορα τηλεοπτικά σκουπίδια, ή σε διάφορα "Βαλκανιζατέρ". Τώρα απέδειξε όχι μόνο ότι μπορεί να κάνει δράμα, αλλά και να το κάνει καλά. Εκεί όμως που θα 'πρεπε να σταθεί κανείς, είναι στην σκηνοθεσία. Γι άλλη μια φορά πρέπει να πούμε για την καθαρότητα της ματιάς του σκηνοθέτη, για την σκηνοθετική του ευφυία για την ροκ απόδοση του κειμένου. Βοηθήθηκε δε πολύ από τη μουσική του Αριστείδη Μυταρά, που έδενε πολύ με την παράσταση και τα καταπληκτικά κοστούμια της Μπλερ Μπρέισγουέλ.
Συμπέρασμα: Η παράσταση είχε σφιχτοδεμένη και γρήγορη σκηνοθεσία.
Είχε πολλά στοιχεία που βγάζουν το έργο από την κλασσική, πεπατημένη μορφή του και το εντάσσουν στο μεταμοντέρνο θέατρο. Κλισέ και μανιερισμοί, έλειπαν παντελώς απ' την παράσταση. Σκηνικό, κοστούμια και μουσική ήταν τέλεια εναρμονισμένα.
Η ατμόσφαιρα, εν γένει, ήταν η καλύτερη δυνατή. Οι ηθοποιοί ήταν ΟΛΟΙ καλοί (πράγμα σπάνιο, πάντα υπάρχει κάποιος με ψεγάδια). Η κίνηση ήταν άψογη. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Το έργο του Κρίστοφερ Μάρλοου ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ Β' ανέβηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο. Στο εξωτερικό δύο αξιοσημείωτες αναφορές είναι αυτές των Μπρεχτ που ανέβασε το έργο στο κλίμα – τι άλλο;
Του Επικού Θεάτρου και Ντέρεκ Τζάρμαν που διασκεύασε το έργο σε κινηματογραφική ταινία – μανιφέστο του ομοφυλόφιλου κινήματος. ¶λλο έργο του Κρίστοφερ Μάρλοου που ανέβηκε στην Ελλάδα είναι το ΔΟΚΤΟΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ, από τον Νίκο Χατζηπαππά.
¶λλα έργα του συγγραφέα είναι ο ΕΒΡΑΙΟΣ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ, Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ και φυσικά τα δύο προαναφερθέντα, κυκλοφορούν δε όλα απ' τις εκδόσεις ΑΓΡΑ.
(3 Αυγ 00)


Ο Πλούτος του ΚΘΒΕ

Much Ado About Nothing, έγραφε ο Shakespeare τετρακόσια χρόνια πριν, ήγουν πολύ κακό για το τίποτα. Ο Διαγόρας Χρονόπουλος κατάφερε να υλοποιήσει το όραμα του μεγάλου Δραματουργού, εν έτη 2.000! Υπάρχουν πολλοί άξονες που μπορεί να σταθεί ο σύγχρονος μελετητής του θεάτρου. Ας δούμε μερικούς απ' αυτούς.
¶ξονας 1ος: Ο Κειμενικός. Όσον αφορά το κείμενο, αυτό που παρακολουθήσαμε, σίγουρα δεν ήταν Αριστοφανικός Λόγος. Ήταν μάλλον μια παράφραση – παραφθορά που οφείλεται στον, συμπαθή κατά τα' άλλα, Γιάννη Βαρβέρη. Ο "μεταφραστής" λοιπόν είναι ο μεγάλος υπεύθυνος για την κατακρεούργηση του Αρχαίου Λόγου. Το Ήθος βέβαια είναι μια άλλη παράμετρος που η στήλη δεν θ' ασχοληθεί επί του παρόντος. Ακούσαμε τα μύρια όσα το Σάββατο, παράταιρα, άκαιρα και σίγουρα "βάρβαρα" (ως θα έλεγε και ο Γιώργος Χειμωνάς). Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο Συκοφάντης του Θέμη Μάνεση έπρεπε να ομιλεί την αργκό του υποκόσμου, την "μάγκικη" τέλος πάντων διάλεκτο. Έτσι δηλαδή είναι οι συκοφάντες; Μένω μόνο σ' αυτό για να παραθέσω ένα απλό παράδειγμα. Εν κατακλείδι είδαμε τον Αριστοφάνη του Γιάννη Βαρβέρη να χάνει τελείως το Ύφος, το Ήθος και την Ποιότητα του Αριστοφανικού Λόγου.
¶ξονας 2ος: Ο Σκηνοθετικός. Εδώ τα πράγματα αλλάζουν. Ο Χρονόπουλος, αποδεχόμενος τη μετάφραση του Βαρβέρη έκανε θαύματα. Ο Χορός ήταν άψογος, κινητικά τέλειος. Στη σωστή θέση και με τα σωστά σκηνοθετικά ευρήματα. Ήταν ζωντανός, συμμετείχε και πρόσφερε αυτό που ο Χρονόπουλος τελικά ήθελε: φαντασμαγορία. Θέαμα και όχι θέατρο. Τελικά μήπως αυτό είναι το ζητούμενο στις (χαλαρών αξιών) μέρες μας; Οι ηθοποιοί σωστά τοποθετημένοι, σωστά δασκαλεμένοι συνέβαλλαν τα μάλα στις σκηνοθετικές επιταγές. Ακόμα και τα ευρήματα – κλισέ (π.χ. debate) λειτούργησαν σχετικά καλά. Εκεί που χάλασαν όλα ήταν στη χρήση του video. Ενώ είχε αρχίσει ωραία με το ταμπλό του Χρηματιστηρίου, ξαφνικά είδαμε διάφορα αχλάδια, πεπόνια και τα συναφή να έρχονται καταπάνω μας. Ποιος μπορεί να μου πει τι πρόσφερε η –από-υπολογιστή- εικόνα του Παρθενώνα; Ναι! Τα multimedia μπορούν να προσφέρουν στο θέατρο, αν δουλευτούν από ειδικούς. Τα εικονικά σκουπίδια; Για να κλείσουμε με το video, ο Χρονόπουλος έπεσε στην παγίδα που ο ίδιος φοβόταν (όπως μας δήλωσε ο ίδιος): Υπήρχε απόσπαση προσοχής από το κοινό. Αντί το κοινό να επικεντρώσει επάνω στον καταπληκτικό χορό, την προσοχή του αποσπούσαν τα' αχλάδια. Ήμαρτον!
¶ξονας 3ος: Ο Υποκριτικός. Εδώ τα πράγματα ήταν αναμφισβήτως καλύτερα είδαμε έναν Τάσο Πεζιρκιανίδη εκπληκτικό, έναν Γέρασιμο Γεννατά γεμάτο μπρίο και κέφι (στους όρους του Χρεμύλου και Καρίωνα, αντίστοιχα). Έναν Εύη Γαβριηλίδη να χειρίζεται άψογα την ελληνική και να στέκεται αξιοσημείωτα στη σκηνή (Πλούτος). Να σημειωθεί ότι ο κ. Γαβριηλίδης είναι σκηνοθέτης, Κύπριος που είχε πολλά χρόνια να εμφανισθεί στην σκηνή. Έναν Δημήτρη Καρέλλη, άψογο όπως πάντα (Δίκαιος), το βαρύ πυροβολικό του κρατικού όπως τον χαρακτήρισα παλαιότερα. Έναν Κώστα Σαντά, πραγματικό Ηθοποιό, με αμέτρητες στ' αλήθεια δυνατότητες (Γραία). Μια Αννίτα Σαντοριναίου, πραγματική κυρία του Θεάτρου (Πενία) και μια Κατερίνα Σαγιά κεφάτη και τσαχπίνα στο ρόλο της Συζύγου του Χρεμύλου. Έναν Αντώνη Λουδάρο, καταπληκτικό μάστορα του κεφιού και της δροσιάς. Οι υπόλοιποι συντελεστές κινήθηκαν αρκετά έντιμα, ενώ βέβαια δεν έλειψαν και οι μανιερισμοί (Μάνεσης).
Πολλά άλλα θα μπορούσαν να γραφτούν, αλλά πρέπει να μπει εδώ ένα τέλος, για λόγους χώρου. Τελικά πολλές "αλήθειες" υπάρχουν, ανάλογα με το πώς βλέπει κανείς μια παράσταση. Προσωπικά, προτιμώ το θέατρο. Αν και το θέαμα καμιά φορά, δεν βλάπτει!
(7 Αυγ 00)


Βαλτινός Τύραννος

Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει την τυραννία του Εθνικού Θεάτρου, που επί μία ώρα και πενήντα λεπτά μας καθήλωσε για να δούμε τις φωνασκίες και τους πειραματισμούς του βάλτου; Ευτυχώς που υπήρχε ένας Κυριακίδης και ένας Ψαρράς και αποζημιωθήκαμε λιγουλάκι. Αλλά για να δούμε τι συνέβη την αποφράδα ημέρα της 2ας Σεπτεμβρίου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων. Εν αρχή ήτο ο Δήμαρχος, ο οποίος μας προκάλεσε ρίγη συγκίνησης, όταν μίλησε και ζήτησε ενός λεπτού σιγή για τον μεγάλο δάσκαλο τον Χαράλαμπο Λαλένη, που χάθηκε τόσο πρόωρα (κι άλλα διακόσια χρόνια να ζούσε, πάλι λίγο θα ήταν για τα όσα έχει προσφέρει στο θέατρο και στην παιδεία γενικότερα). Κατόπιν ήταν οι διάφοροι κρετίνοι (ποτέ δεν θα λείψουν από έναν τέτοιο ιερό χώρο) που με τις φωνασκίες τους κατά του δημάρχου, αμαύρωσαν τον δάσκαλο και την τιμητική βραδιά του. Και κατόπιν ήταν το σκηνικό του Γιώργου Ζιάκα. Μεγαλειώδες, αξιοσημείωτο και επιβλητικό έδινε με την διττή του σημασία (σημασιολογικό και λειτουργικό) τη χροιά του έργου του Σοφοκλή. Ήταν πράγματι μνημειώδες το γεγονός των δεκαεννιά ανδρεικέλων – γερόντων του χορού, τόσο όσο και ο, σε σχήμα σταυρού, συμβολικός της σταύρωσης του Οιδίποδα, διάδρομος που πηγαινοερχόντουσαν οι ηθοποιοί. Και εν μέσω μυσταγωγίας, ιερότητας και υποβλητικής μουσικής (τουλάχιστον στην αρχή) βγαίνει ο Οιδίπους. Λίγος. Μικρός. Μέτριος. Να προσπαθήσει να πείσει. Και να μην ακούγεται. Να προσπαθήσει να υποκριθεί. Και να μην εισακούγεται. Να προσπαθήσει να μεταδώσει. Και να μην μπορεί. Κι ένα μεγάλο γιατί να πλανάται μαζί με το αχνό φωσάκι του φεγγαριού: Γιατί αυτή η διανομή; Δεν έφταναν όλα τα υπόλοιπα εγκλήματα που έλυσε κατά καιρούς ο κ. Βαλτινός στην Μανουσάκειο εποχή; Γιατί έπρεπε να λύσει και το αίνιγμα της Σφίγγας; Ο (Θάνος) Κωτσόπουλος, ο Μινωτής, ακόμα και ο Τσακίρογλου έπαψαν. Και τη σκυτάλη την πήρε ο Βαλτινός; Που δεν μπορούσε ν' αρθρώσει, που δεν μπορούσε να τονίσει, που δεν μπορούσε να υποδυθεί; Δηλαδή αυτό είναι το μέλλον του Θεάτρου; Βαλτινοί και Κομνηνοί; Πού πήγε η αθωότητα; Πού πήγε η εγκράτεια; Πού πήγαν οι σωστές διανομές; Λέει ο σκηνοθέτης: "Ο χρησμός ούτε “λέγει" ούτε "κρύπτει" αλλά "σημαίνει". Πού ήταν το σημαίνον; Και πού το σημαινόμενον; Οποία φανφάρα και άσκοπη περιπλάνηση! Οποία γκροτέσκα φιγούρα και καμία αναλαμπή! Οποία ανάγνωση και ουχί κατάθεση ψυχής! Βαλτινός Τέλος. Τ. Έλος. Έλεος! Χορός μισός. Μικρός. Φωνητικά απαράδεκτος. Χροιά απωθητική. Στάση μετρία. Θέση Λίγη. Αν και βοηθήθηκε από τα έξοχα κοστούμια του Ζιάκα, αυτό που απέδωσε ήταν ψίχουλα μπρος στο αναμενόμενο. Κορυφαίος ο Κορυφαίος: Θέμης Πάνου. Εξέχων. Αυτοκρατορικός. Λες και ίπτατο στον ρόλο του Εξάγγελου. Μεταμοντέρνος ο τρόπος υποκριτικής. "Χειμωνικός" λες και ήταν. Χωρίς τελείες, χωρίς παύσεις. Ποιητικός και ταυτόχρονα τραγικός. Αλλοπαρμένος και ταυτόχρονα συνεπαρμένος. Το ιερό τέρας (πια) του θεάτρου είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε. Για τον Ιάκωβο Ψαρρά ο λόγος, που μαζί με τον Γιάννη Ροζάκη μας έδωσαν ένα ανεπανάληπτο δίδυμο που μας έβγαλε απ' τη ραθυμία της παράστασης. Η Τζένη Γαϊτανοπούλου έδωσε μια έντιμη Ιοκάστη, ενώ, βέβαια, εύσημα πρέπουν στον Στέφανο Κυριακίδη που ως Κρέων μας έβγαλε απ' τη μιζέρια της παράστασης, ύψωσε το δικό του ανάστημα ανάμεσα στη μετριότητα και εξακοντίστηκε εκεί όπου του πρέπει.
Εν γένει, αυτή ήταν η τελευταία παράσταση του καλοκαιριού. Με μουσική που θύμιζε Λευκή Συμφωνία (Δημήτρης Καμαρωτός). Με χορό που θύμιζε αλευρωμένη Λιλιπούπολη. Και με Οιδίποδα που θύμιζε καρικατούρα Τσακίρογλου.
Η σκηνοθεσία (Βασίλη Παπαβασιλείου) ήταν παρ' όλα αυτά καλή. Εννοώ το στήσιμο, γιατί η διανομή… Κινήθηκε έντιμα και υπάκουσε σ' όλα τα καλέσματα της δράσης. Χρησιμοποίησε κάμποσα απ' τα μεταμοντέρνα τεχνάσματα και, ευτυχώς για όλους, δεν μπέρδεψε τις τεχνικές. Χωρίς να είναι… Μαρμάρινος εμπέδωσε καλά τα μεταμοντέρνα κλισέ και έστησε, αν μη τι άλλο, μια αξιοπρόσεκτη παράσταση.

Υ.Γ.1 Μετά από 3 Αριστοφάνηδες, έναν Αισχύλο, κάτι σαχλούς "Θεοδωράκηδες", έναν Ντόριαν Γκρέϊ, αξιωθήκαμε και είδαμε έναν Σοφοκλή! Ότι και να σημαίνει αυτό!

Υ.Γ.2 Επειδή λείπαμε για δύο εβδομάδες δε σημαίνει ότι δε θ' αναφερθούμε και στη "Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου" από το θίασο Θεώρηση. Με δύο λόγια: εκπληκτική δουλειά, από τις λίγες, που δυστυχώς περνούν στα "μαλακά", ο θίασος του Γιώργου Χατζηδάκη παρουσίασε μια εκπληκτική δουλειά στην πόλη μας με θαυμαστές παρουσίες κι ακόμα πιο θαυμαστές φωνές, έδωσε ένα στίγμα που, πάλι δυστυχώς, λίγοι είδαν, αλλά πολλοί θα θυμούνται.
Είναι πράγματι κρίμα, γιατί τελικά οι καλές δουλειές γίνονται από τα "off-off" ενώ τα "mainstream" μας σερβίρουν πατάτες. Πολλές φορές και τηγανητές!
(7 Σεπτ 00)


Γλυκόπικρη η γεύση του 43ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ένα ακόμη φεστιβάλ τελείωσε. Πίκρα; Λύπη; 'Η χαρά; Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές φύγαμε αηδιασμένοι με την προχειρότητα και την ευγενή βλακεία. ¶λλες πάλι, χαμογελούσαμε σ' όλο το δρόμο μέχρι την Καβάλα. Σ' αυτό το σημείωμα θα ανατρέξουμε, εν τάχει, σε ό,τι είδαμε φέτος. Δεκαπέντε οι εκδηλώσεις του φετινού φεστιβάλ, ανάμεσά τους και συναυλίες. Εμείς όμως θα σταθούμε στο θεατρικό μέρος του φεστιβάλ. Πρώτο, λοιπόν, έργο της σεζόν "Οι Δρόμοι του Αρχαγγέλου – Μίκης Θεοδωράκης" ένα οδοιπορικό στη ζωή και το έργο του μεγάλου Έλληνα συνθέτη, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη. Εάν έργο ασύνδετο, με ηθοποιία αδιάφορη – αναγγελία μάλλον ήταν – και με βάρος στο τραγούδι και όχι στο δρώμενο. Ένα ωραίο θέαμα που ξέφευγε από τα θεατρικά κλισέ. Ακολούθησαν οι "Πέρσες" του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Επρόκειτο για την ιστορική παράσταση του 1965 που επαναλήφθηκε φέτος, παράσταση από την οποία "διεσώθη" μόνο ο Χρήστος Καλαβρούζος και φυσικά ο λαμπρός- πραγματικά εκπληκτικός – χορός, ειδικά στη μαγική – θεατρικά – σκηνή της επίκλησης του φαντάσματος του Δαρείου. Τα υπόλοιπα πεζοί, κράτησαν μόνο την αίγλη του ονόματος, διαλύοντας τη μαγεία της παράστασης. Το Εθνικό Θέατρο μας έστειλε φέτος δύο παραγωγές. Η μία ήταν η "ειρήνη" του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαϊδη, μια άνευρη και άμετρη σκηνοθεσία που επέλεξε να ακολουθήσει πεπατημένες και κλισέ άλλων παραστάσεων, παρά να πει κάτι καινούριο. Εξαίρετη, παρόλα αυτά, η μετάφραση του Βάρναλη. Καλός και ο Παρσαλάκης με κορυφαίους τους Τζεβελέκο και Πολιτάκη. Πλούσιος ο χορός, μέτρια τα αισθήματα. Συνεχίσαμε τη θεατρική μας παιδεία για φέτος με το θέατρο του Νέου Κόσμου στο έργο του Κρίστοφερ Μάρλοου "Εδουάρδος Β'" σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Μια παράσταση που συζητήθηκε, μια παράσταση με αντικρουόμενες απόψεις. Κατά τη γνώμη μου, η καλύτερη παράσταση της σεζόν, η παράσταση που κατάφερε ν' αποφύγει μανιερισμούς και κλισέ, η παράσταση που εκμεταλλεύτηκε σωστά όλα τα θεατρικά μέσα και βοήθησε τους ηθοποιούς της ν' απογειωθούν και να καταθέσουν όλα τα μηνύματα του Μάρλοου. Αυτά όλα, μέσα απ' τη σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία και τη "νέα" οπτική γωνία του Θεοδωρόπουλου.
Η πρόταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος άκουγε στ' όνομα "Πλούτος" του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου και σε μετάφραση (παράφραση – αλλοίωση – παρωδία) Γιάννη Βαρβέρη. Μια μέτρια παράσταση που έκανε εκτενώς χρήση σκηνοθετικών ευρημάτων με συνέπεια το σπάσιμο της δράσης και τον αποπροσανατολισμό του κοινού. Παρ' όλα αυτά ο υποκριτικές ικανότητες ήταν άριστες από το πολύ καλό καστ του Κρατικού. Οι χορογραφίες του χορού καλές καθώς και η μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου.
Στο Ακόντισμα μας ήρθε ο Στράτος Τζώρτζογλου και πολύ του ήταν. Ο λόγος για "Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι" του Oscar Wilde, σε σκηνοθεσία (;) Βασίλη Αναστασίου. "Παιδική" παράσταση, αστεία μάλλον, δεν μπορούσε να σταθεί στιγμή, χωρίς να προκαλέσει τον γέλωτα – de profundis – ή την οργή. Κατάμεστο φυσικά το θέατρο για να θαυμάσει την οπιθσία παράσταση ή όπως θα ΅λεγε και ο μπαρμπα-Σέξπιρ Much Ado About Nothing.
Το Θέατρο Διαδρομή κατέθεσε τη δική του πρόταση: "Εκκλησιάζουσες" του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαλακόπουλου με τον ίδιο και την Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Καλή παράσταση που κράτησε όλα τα μέτρα, ενδυματολογικά και σκηνογραφικά ελεγμένη και με σκηνοθεσία που εκμεταλλεύτηκε όλα τα σουρεάλ στοιχεία του Αριστοφάνη και ένα καστ που έδειξε τη σωστή διανομή του σκηνοθέτη. Καλός και μεστός ο Αριστοφανικός Λόγος δουλεύτηκε με μαεστρία και έδωσε το άριστο αποτέλεσμα που είδαμε.
Μεγάλη η ατυχία του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ως προς την επιλογή του "Λα Μοσκέτα" του Ρουτζάντε σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου και φυσικά δική μας που είδαμε την παράσταση. Μεγάλη ατυχία και η επιλογή του Λάκη Κομνηνού που χαντάκωσε ένα ήδη ανόητο κείμενο. Ευτυχώς που υπήρχαν η Βάσια Τζοτζοπούλου, η Δέσποινα Παπάζογλου και φυσικά (!) ο Χρήστος Μωραϊτης και σώθηκαν κάπως τα προσχήματα. Θα μπορούσαν και καλύτερα, αλλά έμειναν στο "πίρι – πίρι".
Αποζημιωθήκαμε, μερικώς, με τον θίασο Θεώρηση και την "Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου" σε σκηνοθεσία Γιώργου Χατζηδάκη. Ο θίασος αυτός μας απέδειξε ότι μπορεί όντως να γίνει καλή δουλειά και μακριά απ' τα "κέντρα". Καταπληκτικές φωνές, ωραίο στήσιμο, έντιμη δουλειά. Μοναδικές ενστάσεις, η διάρκεια της παράστασης και ο υπέρμετρος στόμφος του ηθοποιού που υποδυόταν τον Μέγα Αλέξανδρο. Κατά τ' άλλα εύσημα πρέπουν στον Θίασο θεώρηση. Και φτάνουμε στο τέλος με τον Οιδίποδα Τύραννο που μας τυράννησε στ' αλήθεια με την ασυνέπειά του, την κακή υποκριτική του και την αόρατη σκηνοθεσία του Βασίλη Παπαβασιλείου. Είναι αλήθεια ότι περιμέναμε πολλά από ένα Εθνικό Θέατρο. Και αποζημιωθήκαμε από έναν Στέφανο Κυριακίδη, έναν Γιάννη Ροζάκη, έναν Ιάκωβο Ψαρρά. Παρ' όλα αυτά το σκηνικό του Γιώργου Ζιάκα, έδωσε τη μαγεία που αφαίρεσε και ο Παπαβασιλείου και ο Βαλτινός. Κρίμα, πάντως, που τελειώσαμε με πίκρα!
Το Φεστιβάλ τελείωσε. Ο χειμώνας έρχεται. Το ΔΗΠΕΘΕ, καθώς και τα άλλα σχήματα της πόλης, ετοιμάζονται. Η μόνη προσμονή; Να μη γεμίσουν "χειμώνα" την καρδιά μας. Εμείς θα 'μαστε εδώ, και θα ελπίζουμε. Πάντα για το καλύτερο!
(14 Σεπτ 00)


Ορέστεια, Αισχύλου: Το Εργόχειρο Του Τίποτα

Θ' αρχίσουμε αυτό το σημείωμα με τα λόγια του Στάθη Δρομάζου, από τη μελέτη του στο Αρχαίο Δράμα: "... ένα έργο που άρχισε απ' το σκοτάδι του μίσους και του αίματος τελειώνει μέσα στο φως της ομόνοιας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Το χάος που χωρίζει τους θεούς του Ολύμπου με τις Ερινύες, το γεφύρωσαν οι άνθρωποι". Το χάος, όμως, που χώριζε το έργο του Γιάννη Κόκκου από το κείμενο του Αισχύλου, δεν το γεφύρωσαν οι άνθρωποι. Το χάος που χώριζε τους ηθοποιούς με το κοινό, δεν το γεφύρωσε ο σκηνοθέτης. Και πώς να το γεφυρώσει όταν στηριζόμενος στην "ξύλινη" μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη (που προσπαθούσε να βρει το δρόμο του προς τη φόρμα) έστησε δεκατέσσερις καρικατούρες, ακολουθούμενες από τόσες και άλλες τόσες καημένες φιγούρες, που μάταια έψαχναν το δρόμο για την Αλήθεια. Ποιος όμως να τους τη δείξει, αφού ο σκηνοθέτης ήταν ο μέγας Απών της παράστασης. Ένα συνονθύλευμα, θλιβερό, ατόμων - μεγάλων ηθοποιών κατά τ' άλλα - που καταποντίστηκαν κάτω από τις αυθαίρετες κινήσεις ενός σκηνοθέτη, που ούτε δάσκαλος ήτο, ούτε καθοδηγητής, ούτε βέβαια - όπως φάνηκε - συνειδητοποιημένος γνώστης, εκφραστής και φορέας ενός ανυπέρβλητου ποιητικού λόγου. Και τελικά τι ήταν ο Γιάννης Κόκκος; Μα, ένα μεγάλο τίποτα, ένας σκηνοθετικός νάνος που τόλμησε να προβάλλει το ανάστημά του στην Επίδαυρο και, ακόμα χειρότερα, να πάει το αναίτιο τερατούργημα, περιοδεία. Αρχίζοντας από το σκηνικό, ένα ανιαρό ανοσιούργημα, διαπίστωνε κανείς την έλλειψη παιδείας του σκηνοθέτη - σκηνογράφου. Βαρύγδουπο, ανάρμοστο με δένδρα στην οροφή που θύμιζε Μπεκετικά πρότυπα. Ψηλό και ανοίκειο, δυσκόλευε τους ηθοποιούς, αντί να τους ωθεί! Αλλά πώς να τους βοηθήσει το σκηνικό, όταν ο δάσκαλος τους άφησε, φανερά, στη μοίρα τους. Έτσι ένας υπέροχος ηθοποιός, όπως είναι ο Νικήτας Τσακίρογλου, αφέθηκε μόνος του να βγάλει έναν κακομοιρούλη Αγαμέμνονα να παίζει μόνος εν μέσω "αγροίκων" και τελικά να χάνεται κι αυτός στο βόρβαρο του Τίποτα. Η Λυδία Κονιόρδου, που είχε αφήσει ανατριχιαστικές εντυπώσεις με τη μεγαλειώδη, εκπληκτική παράσταση των Χοηφόρων το 1993, ήταν τώρα μια μέγαιρα άνευ ουσίας και σημασίας, δοκιμάζοντας, επί σκηνής, διαφορετικό ύφος και στυλ κάθε φορά, χρησιμοποιώντας - σίγουρα όχι ελλείψη άλλων - όλα εκείνα τα κλισέ που "δείχνουν" αρχαία τραγωδία. ¶κρως απογοητευτική αρκέστηκε να πει τα λόγια της, αντί να παρακάμψει την ανιαρή σκηνοθετική ματιά, που την ήθελε μαστοκρατούσα για να εισπράξει, βεβαίως, τον γέλωτα του κοινού, υποβοηθούμενη κι από την άλλη γκροτέσκα φιγούρα του πανηγυριού, τον δύστυχο Νίκο Κουρή - Ορέστη με κείνο το αμίμητο (Ω! Μεταφραστή!) "Πυλάδη, τι να κάνω;" Κουρής και Μουτούση (Ορέστης και Ηλέκτρα, αντίστοιχα) χάθηκαν. Ο πρώτος μέσα από μια μαγκιά ελληνική και από μια ενδυματολογική άποψη χειρίστου είδους, η δεύτερη από τα νάζια και καπρίτσια κακομαθημένου από τα Βόρεια Προάστια. Η δε Όλια Λαζαρίδου ως Κασσάνδρα απογοήτευσε, αν και το εύρος της υποκριτικής της είναι τεράστιο από τις ταινίες του Νικολαϊδη, έως την αρχαία τραγωδία.
Τι να πει κανείς για τα "περάσματα" των υπολοίπων; Απογοήτευση μόνο γεννά η σκέψη. Και τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το αλαλούμ των κοστουμιών; Το συνονθύλευμα κακογουστιάς; Το ανεπιτυχές πάντρεμα διαφόρων στυλ; Το μόνο κι αβοήθητο χορό; Την έλλειψη παιδείας; Τους ερασιτεχνικούς φωτισμούς; Αλήθεια, τι πρώτα!
Σημείωμα των καιρών κι αυτά. Οι ηθοποιοί έχασαν, το εθνικό έχασε, το κοινό επίσης. Μέγας κερδισμένος ο σκηνοθέτης, βεβαίως. Αυτός τουλάχιστον κέρδισε. Οι υπόλοιποι, αναρωτιέμαι, φταίγαμε;
(22 Ιουλ 01)


Η Πεμπτουσία της Γονιμότητας

Κανονικά αυτή η σελίδα πρέπει να μείνει άδεια. Λευκή. Κενή. Από εκστασιασμό και δέος. Από σεβασμό στο Κ.Θ.Β.Ε., που παρουσίασε την περασμένη Παρασκευή την Εκάβη και τον Κύκλωπα. Τα δύο έργα, που ενώ ανήκουν στον Τρωικό Κύκλο, που έχουν και τα δυο χορό αιχμαλώτων, που έχουν γέφυρα το θέμα της τύφλωσης (Πολυμήστορας - Πολύφημος) αλλά και τον Οδυσσέα κοινό στοιχείο τους, στην ουσία απέχουν παρασάγκας. Τραγωδία το πρώτο, Σατυρικό Δράμα το δεύτερο. Μάστορας ο Ευριπίδης άδει και στα δυο. Με μαεστρία οι Διαγόρας Χρονόπουλος και Γιάννης Ρήγας (σκηνοθέτες αντίστοιχα) διεκπεραιώνουν το δύσκολο έργο. Αλλάς ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Εν αρχή ήτο το Εθνικό με την Ορέστεια που προκάλεσε τόση καταστροφή, όση κι ένα τσιγάρο στο δάσος. Το ρόλο της πυρόσβεσης κλήθηκε να πράξει το Κρατικό. Φεύ! Η ζημιά είχε γίνει. Κατάμεστο το θέατρο Φιλίππων στο Εθνικό των 3,5 ωρών και της μπαλαφάρας, κατά το ήμισυ γεμάτο στο Κρατικό των 2,5 ωρών και της μυσταγωγίας. Το έργο της πυρόσβεσης είχε αρχίσει. Ένας χορός υπόδειγμα στην Εκάβη με μέτρο, με σύνεση, με σωστή μουσική και κίνηση καθήλωνε το θεατή απ' τα πρώτα λεπτά. Οι ισορροπίες, τόσο δύσκολες στην τραγωδία, κρατήθηκαν υπέρ το δέον (και αυτό φάνηκε στη λέξη κλειδί των δύο παραγωγών. Στην αντίστιξη. Αντίστιξη ΚΑΙ στο χορό με το "μαύρο" στην Εκάβη και τις "ποδηλατικές στολές" στον Κύκλωπα) με συνέπεια η προαναφερθείσα μυσταγωγία να κυριαρχήσει απ' την αρχή. Τη σκυτάλη την άρπαξε η Εκάβη, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Δεν έχω δει ποτέ την Κατίνα Παξινού. Μόνον έχω ακούσει γι αυτήν. Και όλα όσα άκουσα μ' έχουν γεμίσει δέος. Το ίδιο δέος αισθάνθηκα και για την ερμηνεία της μεγάλης τραγωδού. Είναι απερίγραπτος, τρομακτικά απερίγραπτος, ο πόνος και το δέος που μου προκάλεσε αυτός ο σαλπιγκτής του αβάσταχτου πόνου και της θηριώδους εκδίκησης. Η Μπεμπεδέλη, ήταν "εκεί", ήταν παρούσα σε όλες τις πτυχές και εκφάνσεις του μύθου. Σε όλες τις αναδιπλώσεις και λοβιτούρες. Σε όλον τον πόνο της ανθρώπινης ψυχής. Ήταν ψυχή η ίδια. Ψυχή και κορμί που σφάδαζε σα μαινάδα κάτω απ' τις βαριές επιταγές της μοίρας. Κάτω απ' τις επιταγές του Χρονόπουλου. Ο Ταλθύβιος. Ηρωικός και ανθρώπινος. Προσφέρει αν όχι χείρα βοηθείας, τουλάχιστον παρηγοριά. Ο Νίκος Βρεττός σε μια απ' τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του. Επιβλητικός και ζεστός, δέσποζε στο χώρο, μαγνήτιζε το κοινό του, πρόσφερε, εν τέλει, κι αυτός τα μάλα στο Διόνυσο. Ο Βασίλης Σεϊμένης δίδαξε θεατρικό ήθος. Σε μια εποχή, όπου όλα περνούν και ουδέν μένει, ο Αγαμέμνονας του δε θύμιζε σε τίποτα την ελεεινή φιγούρα - απομεινάρι που μάρτυρές της υπήρξαμε την προηγούμενη εβδομάδα! Να μην πούμε όμως τίποτε άλλο αποφεύγοντας έτσι την σκόπελο του παρία, ήγουν του κριτικού. Να σταθούμε στο λειτουργικό σκηνικό του Ζιάκα, στα θεόπνευστα κοστούμια του ιδίου, στη μουσική του Βόμβολου (Εκάβη) και Χριστιανάκη (Κύκλωπας), στους εξαίρετους φωτισμούς του Ανδρέα Μπέλλη και πάνω απ' όλα στην εκπληκτική χορογραφία του Ισίδωρου Σιδέρη, ο οποίος αν έλαμψε με την τραγικότητα της κίνησης του χορού στην Εκάβη, φωτοβόλησε στο έτερον, στο "άλλον", στον Κύκλωπα. Εκεί η αντίστιξη λειτούργησε τα μέγιστα περνώντας, εν είδη γέφυρας απ' το ζοφερό στο ευχάριστο, απ' το τρομακτικό, στο εύθυμο, απ' το πένθιμο στο Διονυσιακό.
Όχι βέβαια πως η (ζητούμενη) αντίστιξη περιορίστηκε στο χορό. Κάθε άλλο! Οι "γέφυρες" που στήθηκαν αποτελούν μάθημα σκηνοθετικής τελειότητας. Χρονόπουλος και Ρήγας, φάνηκαν να έχουν δουλέψει, εν αγαστή συνεργασία. Το αποτέλεσμα ήταν άψογο. Η δια-κειμενική προσέγγιση έγινε λες και ένας σκηνοθέτης εργάστηκε για το δοκούν. ¶φησα, εν συνειδήση, τελευταίο τον μέγα γεφυροποιό των δύο δραμάτων. Το 1991 ο Γιάννης Ιορδανίδης σκηνοθετεί τους Δαιμονισμένους του Αλμπέρ Καμί. Ο Κώστας Σαντάς δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Παρόμοιο με αυτό της Εκάβης - Κύκλωπα. Ο Οδυσσέας του μια εκπληκτικά τραγική φιγούρα, ένας κυνικός δια-μεσολαβητής στην Εκάβη, μεταμορφώνεται με συνέπεια (και όπως φάνηκε και συνέχεια) στη γνώριμη γκροτέσκα φιγούρα, στον απατεωνίσκο (ολκής), στον χειριστή όλων των καλών κλισέ, στον Κύκλωπα. Το να επικοινωνείς με το κοινό είναι δύσκολο, το να το κάνεις κοινωνό των διαφόρων εκφάνσεων και / ή προσωπείων, ακόμα δυσκολότερο. Ο Σαντάς, όμως, μάστορας του είδους (των ειδών;) βοήθησε ακόμα και τον Καζάκο, ώστε να δώσει έναν καλύτερο εαυτό στον Κύκλωπα. Συμπαθητικός κι ο Βαλαβανίδης, αυτός ο μεγάλος ηθοποιός, που έκλεινε το μάτι, πονηρά, στο κοινό, αλλά που δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τα γνώριμα στερεότυπά του.
Ευτυχής συγκυρία η συνύπαρξη όλων αυτών. Ευτυχέστεροι όλων, όμως, εμείς. Εμείς, το αδηφάγο κοινό που ξέρουμε τι μας σερβίρουν και με ποιο τρόπο το έχουν μαγειρέψει. Στην περίπτωση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, η συνταγή πέτυχε. Και κατηφορίσαμε ευτυχισμένοι, γεμάτοι, το λόφο των Φιλίππων.
(26 Ιουλ 01)


H Επέλαση του ΚΚΕ!

Μια απ' τις καλύτερες "Αντιγόνες" παρακολουθήσαμε την περασμένη εβδομάδα στο Θέατρο των Φιλίππων, με τις όποιες παρατηρήσεις έχει ο καθένας - με τον γράφοντα πρώτον! Ο Γιώργος Κιμούλης - που θαυμαστής του μέγας είμαι πάραυτα - κατόρθωσε να στήσει μια αξιοπρόσεκτη παράσταση, μια μνημειώδη παράσταση, από ερμηνευτικής άποψης, κατόρθωσε - με τη βοήθεια πάντα της άψογης μετάφρασης του Κ.Χ. Μύρη (Γεωργουσόπουλος) - να διδάξει καινούριο ήθος, καινούρια πολιτική, βασισμένος σ' ένα κείμενο τόσο διαχρονικό και πάντα μα πάντα, επίκαιρο. Η φιλοσοφία και η πολιτική εμπλέκονται πάντα στον κόσμο του θεάτρου. Αν βάλει κανείς και την ερμηνευτική, τότε θα δει εύκολα τον καμβά με το οποίο ο Κιμούλης - αφού έστησε - κινήθηκε. Ας δούμε, όμως τη διδασκαλία του βήμα-βήμα. Από τα αρνητικά της παράστασης, ήταν ότι αυτή γέμισε "Κιμουλάκια". Τονισμός, ρυθμός και κινήσεις ήταν άψογες και πιστές αντιγραφές του δασκάλου. Πρώτη στο χορό, η Πέγκυ Τρικαλιώτη, μια υπέροχη κατά τα' άλλα ηθοποιός, η οποία έπεσε στην παγίδα απ' την πρώτη στιγμή: Πρόλογος και η εν λόγω, παρουσιάζει μιαν απίστευτη κινητικότητα, ένα νεύρο άχρηστο, έναν Λόγο γεμάτο τερετίσματα και άγχος. Στη σκηνή με τον Κρέοντα, κάπου βρίσκει τη φόρμα της και επανέρχεται στην Προκιμούλεια ερμηνευτική, για να φτάσει σ' ένα κρεσέντο τελειότητας στον Κομμό. Περνώντας τώρα στον Χορό - μόνο ερμηνευτικά - θα παρατηρούσε κανείς κι εκεί τα ψήγματα του τονισμού του δασκάλου. Ούτε και ο Δημήτρης Ήμελλος - ο Αίμων - ξέφυγε δυστυχώς απ' αυτό, μη μπορώντας να δικαιολογήσει το βραβείο "Χορν". Το χειροκρότημα είναι η μέγιστη ανταμοιβή ενός ηθοποιού. Και κει, το κοινό δεν ήταν καθόλου φειδωλό, όσον αφορά τον Τειρεσία.
Ο Αρτό Απαρτιάν σάρωσε. Με μια άρθρωση 100% θεατρική, μ' ένα στήσιμο αντάξιο του Σοφόκλειου Λόγου, με μια ερμηνευτική στηριγμένη. Για τον Γιώργο Κιμούλη - τον Κρέοντα- τι να πει κανείς! Δε θα κουράσω κανέναν μιλώντας για την άψογη τεχνική του, για τη σκηνική του παρουσία, για τη θεατρική του παιδεία. Όλα φαίνονται στο σανίδι. Και κει ο Κιμούλης λάμπει. Φεγγοβολά, μες στου Διόνυσου την αγκαλιά.
Αλλά ας μιλήσουμε και για τον Κιμούλη - σκηνοθέτη. Η ένστασή μου, βέβαια, είναι για το Χορό. Με λίγα λόγια: Εντυπωσιασμός. Ουσία μηδέν. Ξύλα. Ακροβατικά. Ζογκλέρ. Βαρέλια. Ομπρέλες. Σκάλες. Λάβαρα. Προς τι; ΓΙΑΤΙ; Η διεύθυνση Χορού, ανήκει στον Marcello Magni του Theatre de Complicite του Λονδίνου. Τα κοστούμια ανήκουν στον Powel Dobrzicki (στον ίδιο ανήκουν και τα υπέροχα σκηνικά (!) αλλά και εκπληκτικοί φωτισμοί(!)] Αυτοί οι δυο είναι, λοιπόν, οι υπεύθυνοι για την μπαλαφάρα που παρακολουθήσαμε. Αυτό δεν ήταν Χορός. Διαδήλωση του ΚΚΕ, ήταν. Και καλά, από αισθητικής- εικαστικής άποψης ο Χορός ήταν μια χαρά. Αλλά, πού έδενε με την Αντιγόνη; Και γιατί έπρεπε να δοθεί πολιτική χροιά σε βάρος της λυρικής; Αυτό έγινε φανερό στο Γ' στάσιμο, αλλά συνέχισε και στο Δ'. Εν ολίγοις, ανεξήγητοι, περίεργοι και εν τέλει άχρηστοι συμβολισμοί κατάστρεψαν το Χορό της Αντιγόνης, κατάστρεψαν τα θεϊκά λόγια, κατάστρεψαν το λυρισμό του κειμένου. Ο Κιμούλης, με τους συνεργάτες του, μετέτρεψαν το Χορό της Αντιγόνης σε έργο - μέσα - σε- έργο (play within a play) δίνοντας του χροιές από Μπρεχτικό - επικό θέατρο, αλλά και εμφανέστατα, σε τελετουργικό θέατρο (Ritual Theatre). Η συμβολή, δε, του Marcello Magni, οδήγησε το Χορό σε Παράσταση Δρόμου. Σ' αυτό, βέβαια, συνέβαλλαν τα μέγιστα και τα φρικτά κοστούμια (βλέπε τίτλο).
Και ενώ η αυθαίρετη δόμηση του τέλους - διασκευή θα έλεγαν άλλοι - δε μ' ενόχλησε καθόλου, η Παρουσία του Χορού μόνον θυμό, ανία και τεράστια ερωτηματικά επέφεραν. Η μουσική του Διονύση Σαββόπουλου ήταν καλή. Γνώριμη. Αλλά εκεί που χρησιμοποιήθηκε - στο Χορό - υπήρξε μόνο για να τον μετατρέψει σε ατέλειωτο πανηγύρι. Θεατρικά - ερμηνευτικά η παράσταση συγκλόνισε. Το όλον, εξακολουθεί να βρίσκεται υπό αίρεση.
Η ταυτότητα της παράστασης: Μετάφραση Κ.Χ. Μύρης, Σκηνοθεσία Γ. Κιμούλης, Σκηνικά - Κοστούμια Πάβελ Ντομπρζίσκι, Μουσική Διονύσης Σαββόπουλος. Παίζουν Γιώργος Κιμούλης, Πέγκυ Τρικαλιώτη, Δημήτρης Ήμελλος, Ελευθερία Βιδάκη.
(2 Αυγ 01)


Σωκράτης - Φωτιά και Αέρας

Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Καβάλας παρουσιάζει φέτος το καλοκαίρι το έργο "Σωκράτης- φωτιά και αέρας", μια σκηνική παρουσίαση βασισμένη στην "Απολογία" και "Κρίτων" του Πλάτωνα και στην "Αληθινή απολογία του Σωκράτη" του Κώστα Βάρναλη που διασκεύασε ο Ανδρέας Θωμόπουλος.
Ο Σωκράτης, ίσως ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών, γεννήθηκε το 470 π.Χ. στους Κυνοσάργους των Αθηνών και δικάστηκε το 339 π.Χ. εις θάνατον. Δύο ήταν οι τρόποι θανάτωσης την εποχή εκείνη: ο αποτυμπανισμός (δηλαδή ο θάνατος δια ξυλοδαρμού) και το κώνειο.
Ο Σωκράτης είχε τη δυνατότητα, στην απολογία του, να επιλέγει αντί να πιεί το κώνειο, την εξορία. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν σαν να αποδέχονταν τις κατηγορίες που του απέδιδαν οι τρεις κατήγοροι: ο ποιητής Μέλητος, ο στρατηγός Ανυτος και ο ρήτορας Λύκων. Οι κατηγορίες που του απέδιδαν ήταν αθεΐα, είσοδος καινούριων δαιμονίων και η διαφθορά των νέων.
Οι δικαστές, οι οποίοι ήταν πεντακόσιοι ένας, ψήφισαν τη θανατική του καταδίκη με μικρή διαφορά στην πρώτη ψηφοφορία, αλλά μετά την απολογία του, λόγω του ύφους και του χαρακτήρα του, τον καταδίκασαν να πιεί το κώνειο με μεγάλη διαφορά. Και όταν τον επισκέφτηκε στη φυλακή ο μαθητής του Κρίτων προτείνοντάς του να δραπετεύσει, ο Σωκράτης αρνήθηκε, υπερασπιζόμενος τους νόμους της πολιτείας που με πίστη και σεβασμό υπηρέτησε τόσα χρόνια. Στο ρόλο του Σωκράτη παίζει ο Γιάννης Μόρτζος. Η σκηνοθεσία είναι του Γιώργου Σίσκου, η μουσική του Διονύση Τσακνή, τα σκηνικά - κοστούμια της Λαμπρινής Καρδαρά και οι Φωτισμοί του Κωνσταντίνου Ποταμιάνου.
Παίζουν ακόμα οι ηθοποιοί Γιώργος Γραμματικός, Θοδωρής Σκούρτας, Κωνσταντίνος Συράκης, Γιάννης Νέζης, Γιάννης Κουκιάς, Γιώργος Καρατζιώτης, Ναπολέων Κουκουζίκας.
(9 Αυγ 01)


Φιλίππειο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Σωκράτης: Φωτιά και Αέρας

Τελικά κέρδισε το στοίχημα, τόσο ο Γιώργος Σίσκος, όσο και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. που «είδε» μαζί του το όραμα ενός Περιφερειακού Θεάτρου, επιτέλους, να παρουσιάζεται στους Φιλίππους και (δευτερευόντως για μένα) στο Ηρώδειο. Όχι βέβαια πως δεν είναι σημαντικό το Ηρώδειο, ίσα ίσα μας γνωρίζει ως πόλη όλη η Ελλάδα, αλλά προσωπικά πιστεύω πως το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. θα έπρεπε να παρουσιάζεται στους Φιλίππους από το 1993, από την ίδρυσή του. Κέρδισαν, γιατί «είδαν» ένα συγκλονιστικό κείμενο, πίστεψαν σΆ αυτό και το περασμένο Σάββατο μας τον παρουσίασαν με μεγάλη επιτυχία.
ΣτΆ αλήθεια, το κείμενο του Ανδρέα Θωμόπουλου, ήταν συγκλονιστικό. Ήταν αληθινό, ατόφιο, γνήσιο. Βασισμένο στα «Απολογία» και «Κρίτων» του Πλάτωνα, αλλά και στην «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Βάρναλη είχε τη δική του δυναμική, τη δική του πνοή. Ήταν από μόνο του τόσο δυνατό, που και λάθη να διέκρινε κανείς στην παράσταση, τα παράβλεπε λόγω της ζωντάνιας και της εξουσίας του κειμένου. Ο λόγος του Θωμόπουλου, πότε χειμαρρώδης, πότε αστείος, πότε δεικτικός, μα ποτέ αδιάφορος και ανιαρός, αλλά και πάντα συγκλονιστικός, καθήλωνε τον θεατή, τον «έδενε» για να τον αναγκάσει να ξεσπάσει σε παρατεταμένο χειροκρότημα στο τέλος.
ΣΆ αυτό συνέβαλλε τα μέγιστα, βέβαια, και ο επίσης συγκλονιστικός τρόπος που απέδωσε το κείμενο ο Γιάννης Μόρτζος, ο Σωκράτης του. Για τον Μόρτζο, όλα είναι γνωστά. Το πόσο μεγάλος ηθοποιός είναι! Και ήταν ευτυχέστατη συγκυρία που ο σκηνοθέτης της παράστασης, ο Γιώργος Σίσκος, του εμπιστεύτηκε, τελικά, το ρόλο. Ρόλο που απογείωσε, που κατανόησε και έτσι τον απέδωσε ως έργο ζωής. Ο ρόλος του ήταν απλός και γι αυτό δύσκολος. Όπως όλα τα μεγάλα πράγματα. Και ο Μόρτζος, ακούραστος εργάτης της Τέχνης, με την τεράστια εμπειρία του ήταν «εκεί», ήταν «παρών» γι αυτό άλλωστε το έργο είχε τέτοια επιτυχία. Επιτυχία που οριοθέτησε και έστησε ο Σίσκος, με απλό τρόπο, μακριά από θεατρικά εφέ και περίτεχνα στολίδια, στηριζόμενος τόσο στον υπέροχο Λόγο του Θωμόπουλου, όσο και στην ανυπέρβλητη ερμηνεία του Μόρτζου. Αλλά και στη μουσική του Διονύση Τσακνή, που, χωρίς να σε ανατριχιάζει, έδενε εν πλήρη αρμονία με το όλο εγχείρημα. Στηριζόμενος επίσης στο ωραίο σκηνικό της Λαμπρινής Καρδαρά, που ήταν ό,τι καλύτερο για το έργο. Στηριζόμενος, τέλος, στους εκπληκτικούς φωτισμούς του Κωνσταντίνου Ποταμιάνου, που έδωσε τη μυστηριακά χροιά που έπρεπε στο έργο. Ξεχώρισε, ως ήταν αναμενόμενο, ο Γιώργος Γραμματικός, με το μεστό και στιβαρό λόγο του. Εν κατακλείδι, ο Γιώργος Σίσκος έστησε μια έντιμη, χωρίς κλυδωνισμούς, παράσταση, ένα έργο πνοής που θα εκπροσωπήσει επάξια την πόλη στα όποια Ηρώδεια.

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

- Ντροπή σας Καβαλιώτες, Δραμινοί και λοιποί που σνομπάρατε την παράσταση. Ντροπή σας, αλλά και κρίμα γιατί εσείς χάσατε!
- Όχι βέβαια πως δεν είχε κόσμο, ίσα ίσα, που πολλοί τιμήσατε το δικό μας «παιδί.» Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. μας. Αλλά φαντάζομαι ότι αν ερχόταν ο Νταλάρας, θα γινόταν- Τι να πει κανείς! Σημεία των καιρών!
- Αλήθεια, πού ήταν οι «θεατράνθρωποι» της πόλης μας; Και μη μου πείτε σε διακοπές- τέλη Αυγούστου!
Η προγραμματισμένη παράσταση της Παρασκευής τελικά δεν έγινε λόγω βροχής. Ακόμα αναζητείται ο γκαντέμης! Αν και έχω κάποιες ιδέες.
(30 Αυγ 01)


Ομήρου Οδύσσεια

Μια εκπληκτική παράσταση παρακολουθήσαμε την περασμένη εβδομάδα στο θέατρο των Φιλίππων, η οποία ήταν και η τελευταία του Φεστιβάλ. Οι υπεύθυνοι μας την κράτησαν για το τέλος για να πάρουμε μια γλυκιά γεύση και να θυμόμαστε με νοσταλγία το καλοκαίρι του 2001. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή.
Στο κείμενο και τη σκηνοθεσία η ψυχή (τώρα πια πρώην) της παιδικής σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, Κάρμεν Ρουγγέρη. Η σκηνοθέτης που υπήρξε υπεύθυνη για την "Ωραία Κοιμωμένη" για τον "Τσάρο με τη Μακριά Γενειάδα" και άλλων τριών έργων στη θητεία της στο Εθνικό, έφτιαξε μια γλυκιά παράσταση, μια άρτια, τόσο από αισθητικής, όσο και από ερμηνευτικής σκοπιάς.
Με τα υπέροχα - και τόσο ευφάνταστα - σκηνικά του Μιχάλη Σδούγκου, τα εκπληκτικά και φαντασμαγορικά κοστούμια της Καλλιόπης Κοπανίτσα και τις μουσικές διασκευές του Γιάννη Μακρίδη, η παράσταση που έστησε η Ρουγγέρη απογειώθηκε, χαρίζοντας γέλιο και συγκίνηση στο πιο κατάμεστο θέατρο της φετινής σεζόν. Σε μικρούς και μεγάλους. Εμείς τι να πούμε άλλο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μεταφέρουμε εικόνες για να θυμηθούμε σειρά - σειρά το "Παραμύθι των παραμυθιών".
(6 Σεπτ 01)


Αυλαία Και Πάμε!

Πρεμιέρα την περασμένη Παρασκευή για το 45ο Φεστιβάλ Φιλίππων – Θάσου με τη Λυσιστράτη από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απΆ την αρχή. Δέκα λεπτά μετά την προκαθορισμένη ώρα έναρξης, η στρατιά του Θέμη Μουμουλίδη, του σκηνοθέτη της παράστασης, παρατάχτηκε στο κοίλο. Πριν όμως απΆ αυτό, γίναμε μάρτυρες ενός γκροτέσκου κι αλλόκοτου σκηνικού που έφερνε πιο πολύ σε μεταμοντέρνο σκαρίφημα τύπου Γουόρχολ, παρά σε εικονική απεικόνιση της Ακρόπολης, μη καταφέρνοντας να προσδώσει το απαιτούμενο δέος, αν και η παράσταση κινήθηκε όντως σε σύγχρονους ρυθμούς. ¶λλο όμως σύγχρονο και φρέσκο κι άλλο μεταμοντέρνο, ή έστω μοντερνίζον! Όπως και να ΅χει, η παράσταση αρχίζει. Αρχίζει μΆ έναν Μπέζο ελαφρώς υποτονικό, ως Λυσιστράτη, αλλά ταυτόχρονα έντιμο απέναντι στον ρόλο που κλήθηκε να υποστηρίξει. Αρχίζει με μια Λουϊζίδου σχετικά αδιάφορη για το όνομα που φέρει. Αρχίζει μΆ έναν Πιατά εξαίρετο και υπέρ το δέον καλό. Κι εδώ σταματάει η αναφορά στην ερμηνεία. Κι αυτό γιατί η παράσταση πέταξε. Απογειώθηκε κάτω απΆ την έμπειρη ματιά του Μουμουλίδη. Με μια βιρτουοζιτέ που δε βλέπουμε συχνά πήρε το κείμενο του Αριστοφάνη (στην πολύ καλή μετάφραση του Κώστα Ταχτσή) και του προσέδωσε μια άριστη γοητεία, μια φρεσκάδα, μια ζωντάνια, μια καινούρια ματιά χωρίς να πειράξει στο παραμικρό ούτε μια σειρά απΆ το κείμενο. Σε εποχές που γινόμαστε μάρτυρες χυδαίας μεταφοράς Αριστοφανικών έργων, με βωμολοχίες να αντικαθιστούν τις υποκριτικές ικανότητες, με άσκοπα τεχνάσματα να προσπαθούν να αντικαταστήσουν τον Λόγο, ο Μουμουλίδης ύψωσε μέγα παράστημα κατορθώνοντας να μας δώσει μια τόσο ζωντανή παράσταση, μια φρέσκια ματιά, μια εκπληκτική αναφορά στο θέατρο του Παραλόγου, μια σουρεάλ κατάσταση. ¶λλωστε τι είναι ο Αριστοφάνης αν δεν είναι καθαρά κι απόλυτα σουρεαλιστής; Εν τέλει κατόρθωσε να μας κάνει όχι να μειδιάσουμε, μα να γελάσουμε με τη ψυχή μας, μΆ ένα κείμενο που το έχουμε μπροστά μας σχεδόν κάθε χρόνο. Τα κοστούμια του Δαμιανού Ζαρίφη ήταν υπέροχα, φωτεινά και βοηθούσαν τους ηθοποιούς στο δια ταύτα. Η μουσική του Γιώργου Ανδρέου ήταν εκπληκτική, άρρηκτα δεμένη με το σύνολο, μια μουσική που θυμάσαι πάντα όσα χρόνια κι αν περάσουν, μια μουσική υποβλητική και επιβλητική που από μόνη της ήταν μια παράσταση! Η χορογραφία της Αλίκης Καζούρη βοήθησε κι αυτή τα μάλα στην επιτυχία της παράστασης. Μόνη παραφωνία ο Χορός που, στην αρχή τουλάχιστον, έδειξε να «κοιμάται» για να «ξυπνήσει» κάπου προς το τέλος με ξεσηκωτικούς ποντιακούς, θρακιώτικους και νησιώτικους σκοπούς. Φινάλε κι όλα τα φώτα σβήνουν. Όλα εκτός από δυο άσπρους, ψυχρούς προβολείς, δεξιά κι αριστερά του κοίλου. Ο Χορός παγώνει στη διονυσιακή μυσταγωγία του, το χάρτινο φεγγαράκι παίρνει τη σκυτάλη από τη Θρακιώτικη βαρβαρότητα κι ο Γιάννης Μπέζος, η μόνη φιγούρα που κινείται, σαν αλλοτινός ήρωας που έχει επιτελέσει άψογα το καθήκον του, με μια σεμνότητα πρωτόγνωρη της Λυσιστράτης, αποσύρεται. Και μαζί του αποσύρεται και η παράσταση. Ειδική μνεία πρέπει στον Γεράσιμο Γεννατά που υπήρξε όχι μόνο άψογος στον ρόλο του, αλλά με το μπρίο και το κέφι του παρέσυρε και τους άλλους ηθοποιούς, ώστε νΆ αρχίσει η παράσταση να έχει το ρυθμό που της ταίριαζε. Θαυμάσια και η έμπνευση του σκηνοθέτη του να τον ντύσει κάτι ανάμεσα σε Τσάπλιν και Χίτλερ κι ακόμα πιο θαυμάσια η σκηνή της μεταμόρφωσης του από γελοίο δικτατορίσκο σε γυναίκα, επί σκηνής! Ένα ακόμη κερασάκι στην τούρτα - άλλωστε οι εμπνεύσεις του Μουμουλίδη φαίνονταν να μη σταματούν πουθενά – μια τούρτα που σερβιρίστηκε άψογα και που όχι μόνο δε μας έκατσε στο στομάχι, αντίθετα φύγαμε απΆ το θέατρο λιγωμένοι. Μπράβο! Να ελπίσουμε μόνο τα ίδια και καλύτερα να δούμε στους Αχαρνής του κ. Αρμένη που μας έρχονται μεθαύριο. Είθε!
(11 Ιουλ 02)


Αχαρνής ή οι αδελφές του ελέους

Πέρυσι ο κ. Αρμένης συν – σκηνοθέτησε τη νεανική ταινία "17 στα 18". Μια σφιχτοδεμένη, καλά μονταρισμένη ταινία σε ρυθμούς beat και βιντεοκλιπίστικη τεχνική. Ήταν η αρχή του τέλους της θεατρικής παιδείας του Γιώργου Αρμένη, ή ένας άκρατος παλιμπαιδισμός που άρχισε να βγαίνει και στη σκηνή; Ο χρόνος θα δείξει! Πάντως, αν κρίνουμε από το γκροτέσκο θέαμα – λασπούργημα που είδαμε το περασμένο Σάββατο στους Φιλίππους μάλλον τα πράγματα δεν είναι ρόδινα. Εν αρχή ήτο το σκηνικό. Ένα εκπληκτικό, σε μεταμοντέρνα σχέδια, σκηνικό, ένα καθ' όλα λειτουργικό σκηνικό, αλλά για ποια λειτουργία; Ένα σκηνικό το οποίο θα ταίριαζε στα μεταμοντέρνα οράματα ενός Μπρεχτ, ενός Χάινε Μίλερ, ενός Ουμπέρτο Έκο (αν έκανε θέατρο), αλλά ΟΧΙ ενός Αριστοφάνη. Η σημειολογία του σκηνικού της Αριάδνης Βοζάνη ήταν εμφανής, αλλά δεν αρκεί μόνο το σημαίνον. Χρειάζεται και το σημαινόμενο. Αυτά μας διδάσκει η Σημειωτική. Αλλά τέτοιο δεν υπήρχε πουθενά. Με άλλα λόγια πολύ κακό για το τίποτα! Αλλά να ήταν μόνο αυτό! Η ζημιά αρχίζει με τη μετάφραση του Νίκου Αναστασόπουλου. Μια μετάφραση που θα έκανε τα κόκαλα των απανταχού μεταφραστών να τρίζουν. Αφήνουμε τον Αριστοφάνη! Ο κ. Αναστασόπουλος φαίνεται ως να πήρε μια ήδη έτοιμη μετάφραση απ' αλλού, έβαλε πέντε – έξι ΟΝΕ, άλλες τόσες παγκοσμιοποιήσεις, κάτι ΕΟΚ, κάτι πλανητάρχες, πρόσθεσε και κάτι Σούλες και Τούλες και να! Ως εκ θαύματος η φρέσκια, ζωντανή ρέουσα μετάφραση που πάνω της στηρίχθηκε η σκηνοθετική επιταγή, ήταν έτοιμη. Αλλά για ποια σκηνοθετική επιταγή ομιλούμε! ¶ριστος γνώστης της προ και μετά Κουν εποχής ο κ. Αρμένης κατάφερε να μας εκπλήξει άλλη μια φορά! Αρρήκτως ειρρημένα παραφερνάλια, καμία απολύτως θέση και άποψη, τραγικές φιγούρες που εκμαυλίζονταν επί σκηνής. Ο κ. Αρμένης, φαίνεται, θεώρησε καλό ν' αρχίσει να προσθέτει, να "φορτώνει" πράγματα την σκηνή του, πράγματα τελείως άσχετα και ασύνδετα μεταξύ τους, πράγματα που είχαν τη θέση τους μόνο για το Φαίνεσθε. Για το Είναι λόγος ουδείς. Ουσία μηδέν. Μάλλον ουσία ανύπαρκτη, εφόσον και μια μηδεν – ιστική στάση, είναι κάποια στάση. Οι Αχαρνής του δεν είχαν καν κάποια υπό – στάση. Μόνο από–στάση, όχι με τη Μπρεχτική έννοια της από–ξένωσης, αν-οικείωσης, αλλά με την απόσταση που κατάφερναν να δημιούργησουν μεταξύ κοίλου και πλατείας. Κάπου εκεί πρέπει να έγινε το λάθος και με το Χορό. Αν εξαιρέσει κανείς το πρώτο Χορικό, όπου όλα ήταν στη θέση τους, τα υπόλοιπα παρέπαιαν μεταξύ καρικατούρας και σαλτιμπαγκισμού! Εις μάτην οι άμοιροι ηθοποιοί έτρεχαν δεξιά και αριστερά, προσπαθώντας εναγωνίως να υπάρξουν. Αλλά φευ! Ύπαρξη ηθοποιών εν πλήρη ανυπαρξία σκηνοθέτη; Η αισθητική μας σώθηκε ελαφρώς από την καλαισθησία της Μπιάνκας Νικολαρεϊζη, όσον αφορά τα κοστούμια. Αλλά και από την πολύ καλή μουσική του Διονύση Τσακνή, η οποία όμως ήταν βασισμένη στις επιταγές ενός μεταμοντέρνου τίποτα! Όσο για τις ερμηνείες, ήταν κι αυτές αδιάφορες, "κουρασμένες" στο όνομα ενός δήθεν νεανίζοντος, δήθεν μοντερνίζοντος και γενικώς δήθεν τρόπου σκηνοθετικής προσέγγισης.
Κρίμα για τον κ. Αρμένη, που πιστεύουμε να το εισέπραξε, τόσο με την λιγοστή προέλευση κόσμου, όσο και με το χλιαρό χειροκρότημα στο τέλος. Εμείς μόνο να ελπίζουμε μπορούμε.
Να ελπίζουμε στην επόμενη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου και στην πανελλαδική του πρεμιέρα με την Ιφιγένεια εν Αυλίδι.
(18 Ιουλ 02)


Ιφιγένεια εν Αυλίδι από το Εθνικό Θέατρο

Με ενδιαφέρον παρακολούθησε το κοινό της Καβάλας και της ευρύτερης περιοχής την πρεμιέρα του Εθνικού Θεάτρου με το έργο "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" του Ευριπίδη, στους Φιλίππους, το Σάββατο 20 Ιουλίου. Το έργο παρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο ύστερα από 31 χρόνια. Έχουν προηγηθεί οι παραστάσεις του Κωστή Μιχαηλίδη με την ¶ννα Συνοδινού στον ομώνυμο ρόλο το 1957, το 1958 και το 1961, καθώς επίσης και του Τάκη Μουζενίδη με την Ζέτα Κονδύλη, την περίοδο 1970 – 1971. Το έργο ανέβηκε σε απόδοση – σκηνοθεσία – χορογραφία Κώστα Τσιάνου, σκηνικά – κοστούμια Γιάννη Μετζικώφ, μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου, μουσική διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου και φωτισμούς Σπύρου Καρδάρη.
Τους βασικούς ρόλους ερμηνεύουν οι: Ακύλλας Καραζήσης (Αγαμέμνων), Νίκος Χατζόπουλος (Πρεσβύτης), Φάνης Μουρατίδης (Μενέλαος), Μαρία Κεχαγιόγλου (Κλυταιμνήστρα), Μαρία Σκουλά (Ιφιγένεια), Αιμίλιος Χειλάκης (Αχιλλέας).
Το έργο αφορά την θυσία της Ιφιγένειας, κόρης του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, που σύμφωνα με το χρησμό θα συντελέσει ώστε να ξεκινήσει ο στρατός των Ελλήνων με ευνοϊκούς ανέμους την εκστρατεία προς την Τροία. Ο Αγαμέμνονας καλεί την Ιφιγένεια στην Αυλίδα, με την πρόφαση ότι θα παντρευτεί τον Αχιλλέα. Η κόρη αποφασίζει να θυσιαστεί, όταν μαθαίνει την πραγματικότητα, αλλά επεμβαίνει η Αθηνά και την σώζει, βάζοντας στην θέση της ένα ελάφι.
Ο σκηνοθέτης, μεταξύ άλλων αναφέρει σε σημείωμα του:
Δύσκολα μπορούμε να δεχτούμε σήμερα την τραγωδία του Ευριπίδη "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" σαν ένα πατριωτικό δράμα και την θυσία της κόρης του Αγαμέμνονα ως υπέρτατο χρέος προς την πατρίδα.
Στο μεγαλύτερο μέρος του δράματος, πριν από την περίφημη "μεταστροφή" της Ιφιγένειας, ο μεγάλος τραγικός με συναρπαστικό τρόπο απομυθοποιεί τον πατριωτικό χαρακτήρα της εκστρατείας των Ελλήνων ενάντια στην Τροία και περισσότερο τους ήρωες αρχηγούς της.
Ο Αγαμέμνων, ο Μενέλαος, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας αποκαλύπτονται σαν αδίστακτοι πολεμοκάπηλοι συνωμότες, χωρίς ηθικούς φραγμούς, πανικόβλητοι στην δύναμη του όχλου, συμφεροντολόγοι, άπληστοι, που για να μη χάσουν "το σκήπτρο" τους, είναι έτοιμοι να διαπράξουν τα πάντα, ακόμα και να σφάξουν συγγενείς τους……Η μελλοθάνατη Ιφιγένεια, αθώο θύμα, θα ικετεύσει για τη ζωή της τον πατέρα της, θα πέσει στα γόνατά του και μετά από μια σειρά ατράνταχτων επιχειρημάτων θα του φωνάξει, "Είναι τρελός όποιος το θάνατό του εύχεται. Καλύτερα κακή ζωή, παρά ωραίος θάνατος", για να πάρει από τον ανάλγητο πατέρα της την απάντηση: "Για χάρη της Ελλάδας, θέλω δε θέλω, θα σε σφάξω"…… Η Ιφιγένεια προδομένη κι ανυπεράσπιστη απ' όλους, θ' αντιληφθεί την αμετάκλητη καταδίκη της. Θα αηδιάσει απ' την αδίστακτη και άνανδρη συμπεριφορά των πολεμοκάπηλων στρατηγών και με τη "μεταστροφή" της θα δώσει τη λύση στο μεγάλο αδιέξοδο. Θα απευθυνθεί στην απελπισμένη μητέρα της Κλυταιμνήστρα για να δηλώσει πως μια και είναι δέσμια της απόφασης για το χαμό της, επιθυμεί κι αυτή το θάνατό της. Αυτή που λίγο πριν προτιμούσε να ζήσει ακόμα και άθλια.
Στον αποφασιστικό μονόλογο της διακρίνεται η ειρωνική της διάθεση και ο σαρκασμός για ένα κόσμο πατριδοκάπηλο, χωρίς ηθικούς φραγμούς, που διαπράττει τα πάντα για την εξουσία και τα άνομα συμφέροντά του…
Η Κλυταιμνήστρα, τραγική μάνα, βλέπει τον άντρα της να σκοτώνει το παιδί της…
Κι όλα άρχισαν για την τιμή της Ελένης που έγινε τιμή της Ελλάδας…
Η εκστρατεία ενάντια στην Τροία δεν ήταν παρά μια βρώμικη υπόθεση.
(1 Αυγ 02)


Ορέστης στους Φιλίππους
Οργασμός θεαμάτων τελικά το καλοκαίρι στην Καβάλα και γι αυτό «υπεύθυνοι» το Φεστιβάλ Φιλίππων και Θάσου, αλλά και ο Ζέφυρος με τις φρεσκότατες επιλογές του. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απΆ την αρχή. Μυσταγωγία είναι η λέξη που θα χαρακτήριζε τον «Ορέστη» της Καλαμάτας, την περασμένη Δευτέρα 5/8. ΜΆ ένα δυναμικό καστ και με μια ακόμα πιο δυναμική σκηνοθεσία ο Σ. Τσακίρης (ο σκηνοθέτης της παράστασης) και η παρέα του εισέβαλαν στα άδυτα των Φιλίππων χαρίζοντας την πολυπόθητη μυσταγωγία, την πρώτη του φετινού καλοκαιριού. Ένα μεταμοντέρνο χτίσιμο ρόλων, μια καινοτομία στη διδασκαλία, ένα πανούργο και λειτουργικότατο σκηνικό, μια απίστευτη δυναμική ερμηνείας, ήταν τα συστατικά που απογείωσαν το έργο και έκαναν το κοινό να χειροκροτεί παρατεταμένα στο τέλος. Χορός σωστά δομημένος σε μεταμοντέρνα, κι αυτός, κινησιολογία, που θύμιζε τους Craftwerk, το ροκ συγκρότημα του Ά78! Αρμονία στην κίνηση, ρομποτοποιημένες φιγούρες, απόλυτη συμμετρία, άψογη εμφάνιση. Κοστούμια (και σκηνικά του Μετζικώφ) τα οποία έδιναν κι αυτά με τη σειρά τους την απαιτούμενη «είσοδο» του θεατή στον μικρόκοσμο του Τσακίρη, πλήρως εναρμονισμένα με τη μεταμοντέρνα χροιά που ήθελε να δώσει (και πέτυχε) ο καλός σκηνοθέτης. Η μουσική του Κυπουργού, εκπληκτική, το ταίριασμα των ήχων υπεράνω σύγκρισης, καθοδηγούσε σε κάθε λεπτό τους ηθοποιούς, έδενε σε κάθε στιγμή με το κείμενο, ήταν, εν γένει, αυτό που έπρεπε. Ούτε μια νότα στην παρτιτούρα περιττή! Οι φωτισμοί λιτοί, ψυχροί εκεί που χρειαζόταν, «κοντινοί» και λειτουργικοί. Εντύπωση έκανε ότι ο Ράτζος (στους φωτισμούς) δε χρησιμοποίησε τα φώτα του θεάτρου, παρά μόνο έφερε τους προβολείς του επί σκηνής σε απόσταση αναπνοής από τους ηθοποιούς χτίζοντας έτσι ένα φωτεινό κλουβί που μέσα του μεγαλούργησαν όλοι τους. Οι ερμηνείες ήταν η άλλη καλή στιγμή του «Ορέστη» με κορυφαίες αυτές του Γιάννη Βούρου στον ομώνυμο ρόλο και της Αγλαΐας Παπά στον ρόλο της Ηλέκτρας. ¶τυχη στιγμή η Τζένη Δριβάλα στον ρόλο της Ελένης που υποκριτικά μπορεί να ξένισε πολύ, αλλά φωνητικά, έδωσε κι αυτή έναν άλλο τόνο στην παράσταση. Εύγε λοιπόν στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας και στους συντελεστές του που κατόρθωσαν να δώσουν μια σημαντική πνοή σΆ αυτό το σημαντικό έργο του Ευριπίδη.
(9 Αυγ 02)


Κι άλλη “Λυσιστράτη” αυτή τη φορά από τη Θεατρική Διαδρομή

Την κωμωδία "Λυσιστράτη" του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαλακόπουλου και μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, παρουσίασε η ομάδα "Θεατρική Διαδρομή" στο Αρχαίο Θέατρο Θάσου, το Σάββατο 10 Αυγούστου, στο πλαίσιο του 45ου Φεστιβάλ Φιλίππων - Θάσου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια ήταν του Απόστολου Βέττα, οι χορογραφίες του Χάρη Μανταφούνη. Την μουσική επιμελήθηκε ο Βασίλης Δημητρίου και τους φωτισμούς ο Νίκος Καβουκίδης. Η μουσική διδασκαλία ήταν της Νανάς Θρασυβουλίδου. Τους ρόλους του Κινησία, της Λυσιστράτης, του Πρόβουλου, της Κλεονίκης, του Λάκωνα, της Λαμπιτώ και της Μυρρίνης ερμήνευσαν αντίστοιχα οι: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Τάσος Χαλκιάς, Ελένη Γερασιμίδου, Γιάννης Θωμάς, Ελένη Τζώρτζη, Θωμαϊς Ανδρούτσου. Μια πλειάδα ηθοποιών στελέχωσαν το χορό και ανάμεσα τους και δύο παιδιά, η Χρυσαυγή Χλίβα και η Φαίδρα Αρβανιτάκη.
Θέμα του έργου είναι η Ειρήνη και σκοπός του γυναικείου χορού του έργου η επίτευξή της. Η μέθοδος του Αριστοφάνη είναι να θυμίσει τα αγαθά της ειρήνης, ώστε να κάνει τους ανθρώπους να την ποθήσουν.
Ο ποιητής υψώνεται πάνω από τις κομματικές απόψεις αλλά και από τον πατριωτισμό με την στενή έννοια του όρου και απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες, και όχι μόνο στους Αθηναίους, με σκοπό να τους προτρέψει σ' ειρήνευση εν ονόματι του ανθρωπισμού.
Η Αθηναία Λυσιστράτη καλείς σε σύσκεψη τις συμπολίτισσές της, καθώς και γυναίκες από άλλες Ελληνικές πόλεις, κυρίως από Βοιωτία, την Κόρινθο και την Σπάρτη, για να βρουν τρόπο να εξαναγκάσουν τους άντρες να σταματήσουν τον πόλεμο και να σώσουν την Ελλάδα. Τις βάζει να ορκιστούν ότι δεν θα συνευρεθούν με τους άντρες τους, αν πρώτα δεν πάψουν τον πόλεμο. Εν τούτοις δυσκολεύεται να κρατήσει τις γυναίκες, που σκαρφίζονται διάφορες πονηριές, για να ξεφύγουν και να πάνε στους άντρες τους. Από την άλλη και οι σύζυγοι επιθυμούν τις γυναίκες τους. Τα ίδια συμβαίνουν και στη Σπάρτη. Έτσι οι άντρες πιεζόμενοι από την ανάγκη, δίνουν υπόσχεση στις γυναίκες ότι θα συνάψουν ειρήνη. Ακολουθεί η επίσημη σύναψη ειρήνης και η συμφιλίωση των Ελλήνων επισφραγίζεται με πλούσιο δείπνο, χορούς και τραγούδια. Στη συνέχεια η Λυσιστράτη δίνει στον καθένα τη γυναίκα του.
(15 Αυγ 02)


Ο Έμπορος Της Βενετίας

Ένας μεγάλος ηθοποιός επισκέπτεται την πόλη μας [σ.σ. το σημείωμα αυτό γράφτηκε πριν την παράσταση] στα πλαίσια του Φεστιβάλ Φιλίππων. Είναι ο Γιώργος Κιμούλης που ερμηνεύει τον Σάιλοκ στον «Έμπορο της Βενετίας» του William Shakespeare. Το έργο παρουσιάζεται από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας σε σκηνοθεσία Θανάση Θεολόγη. Ο ίδιος ο Γιώργος Κιμούλης, ο οποίος, σημειωτέον, μόλις τέλειωσε με Strinberg, πέρασε σε Shakespeare και τον επόμενο Χειμώνα παρουσιάζει Δόκτωρ Τζέκιλ και Κύριο Χάιντ, έχει δηλώσει για το έργο και το ρόλο του:
«Αυτοί οι δύο άξονες [σ.σ. στους οποίους κινείται το έργο] κρύβουν ένα ολόκληρο σκεπτικό, τον προβληματισμό μιας εποχής. Από τη μια είναι η έκπτωση των ανθρωπίνων σχέσεων, των σχέσεων επικοινωνίας, που δεν στηρίζονται στην κατανόηση και στη συγχώρεση αλλά στην εμπορευματική αξία αυτής της σχέσης. Η έκπτωση των ανθρωπίνων σχέσεων είναι δεδομένη και μάλιστα αποκρυπτογραφείται στον ίδιο τον τίτλο του έργου. Στο πρωτότυπο merchant σημαίνει μεν έμπορος αλλά παράλληλα παραπέμπει και στον θεό της επικοινωνίας (Mercury) και στο έλεος (Mercy). Ο δεύτερος άξονας φυσικά αφορά τον ρατσισμό. Όχι όμως με την έννοια του σημιτισμού ή του αντισημιτισμού αλλά του ρατσισμού απέναντι στο διαφορετικό. Ο εβραίος χρησιμοποιείται ως το πιο ακραίο και διαχρονικό παράδειγμα ρατσισμού, ενώ ο Σαίξπηρ αναλύει την έννοια και δηλώνει ότι δημιουργείται από τον φόβο και τον τρόμο στο διαφορετικό, στο ξένο, στο αλλοδαπό, κάτι που οδηγεί ακόμη και στη βία. Κατά τον ηθοποιό που καλείται να τον ερμηνεύσει επί σκηνής ο Σάιλοκ αποτελεί την περίπτωση εκείνη του ανθρώπου που αποφασίζει να αντισταθεί στην κοινωνία. Χρησιμοποιεί τα ίδια τα όπλα του κράτους. Το λάθος του όμως είναι ότι δεν γνωρίζει πως μια οργανωμένη κοινωνία ξέρει πώς να καταστρέφει τους αποδιοπομπαίους τράγους που η ίδια δημιουργεί. Αν ο Σάιλοκ πιστεύει ότι μπορεί να αυτονομηθεί, η κοινωνία ξέρει πώς να τον ισοπεδώσει» εξηγεί ο Γιώργος Κιμούλης και προσθέτει ότι «στο έργο ο Σαίξπηρ έχει βάλει και άλλον έναν εβραίο, τον Τουμπάλ, ο οποίος δεν κινείται στη γραμμή του εκδικητή Σάιλοκ. Είναι ανοησία να πιστεύει'f2 ότι επειδή είναι εβραίος είναι και κακός. Μπορούμε όμως να πιστεύουμε ότι επειδή είναι εβραίος οδηγήθηκε στο να γίνει κακός. Βεβαίως ο Σαίξπηρ καταφέρνει και να απογυμνώσει την κοινωνία και να μη δώσει δίκιο στον Σάιλοκ. Πώς τα καταφέρνει; Με τη γραφή του. Διότι όλα αυτά τα εμφανίζει μέσω ενός κωμικού δρόμου γραφής, με ένα ειρωνικό τρόπο, έτσι ώστε να υπονομεύει όλους τους ήρωες, τις σκέψεις και τις πράξεις τους»
Το έργο του Σαίξπηρ «Ο έμπορος της Βενετίας» παρουσιάζεται από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας. Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης, σκηνοθεσία: Θανάσης Θεολόγης, σκηνικά: ¶γγελος Αγγελής, μουσική: Γιούρι Στούπελ, χορογραφίες: Πέτρος Γαλλίας. Με τον Γιώργο Κιμούλη στον ρόλο του Σάιλοκ. Παίζουν: Γιάννης Κρανάς, Ελευθερία Βιδάκη, Γιάννης Καλατζόπουλος, Κώστας Φαλελάκης, Στάθης Βούτος, Σπύρος Κωτσόπουλος, Δημήτρης Μαύρος κ.ά.
( 29 Αυγ 02)


Ματωμένος Γάμος

Στην Ελλάδα, ο «Ματωμένος γάμος» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα έχει ταυτιστεί με τη μετάφραση του Νίκου Γκάτσου και τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, από το 1948, όταν ανέβασε το έργο στο Υπόγειο ο Κάρολος Κουν με τους δύο αυτούς συντελεστές και την Έλλη Λαμπέτη στο ρόλο της νύφης. Το κλασικό δραματικό θεατρικό έργο του Λόρκα ανεβάζει την Τετάρτη 4/9 στους Φιλίππους ο Θοδωρής Γκόνης με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου στην ίδια μετάφραση. Η αξέχαστη μουσική του Χατζιδάκι διαβάζουμε ότι είναι «σε θεατρική προσαρμογή Νίκου Κηπουργού, με συνθέσεις ήχων Δημήτρη Ιατρόπουλου». Το σκηνικό του Μάριου Σπηλιόπουλου είναι παρμένο από την αρκαδική γη, γενέθλιο τόπο του ποιητή Γκάτσου, με την Αννα Βαγενά στο ρόλο της «μάνας» και την Γωγώ Μπρέμπου «νύφη». Παίζουν ακόμη οι Δημήτρης Αλεξανδρής, Στέλιος Γεράνης και Γιώργος Μωρόγιαννης. Την μέρα των γάμων της, η Νύφη συναντιέται ξανά με το Λεονάρδο, ύστερα από ένα μεγάλο έρωτα που δεν καταλήγει. Το παλιό πάθος όχι μόνο δεν έχει σβήσει, αλλά παίρνει διαστάσεις εκρηκτικές. Το ίδιο βράδυ φεύγουν καβάλα στο άλογο με το πάθος τους. Δεν ξεφεύγουν όμως από την μοίρα. Ο Γαμπρός τρέχει πίσω τους και οι δύο άντρες σκοτώνονται. Ο Λόρκα εμπνεύστηκε την ιστορία από ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη στην περιοχή της Almeria τον Ιούλιο του 1928 : εδώ την παραμονή του γάμου της, η κόρη ενός αγρότη φεύγει με τον ξάδελφο της. Όμως ο αδελφός του γαμπρού τους βρίσκει και σκοτώνει τον
αντίζηλο του αδελφού του.

Λίγα λόγια για τον Γκαρσία Λόρκα
Λυρικός ποιητής και δραματουργός, ο Federico Garcia Lorca, που ονομάστηκε το "αηδόνι της Ανδαλουσίας" είναι ο πιο γνωστός ποιητής Ισπανικής γλώσσας και αυτός που αναμόρφωσε το Ισπανικό Θέατρο. Γεννιέται το 1898 στο Fuente Vaqueros (Γρενάδα). Σπουδάζει φιλοσοφία, λογοτεχνία και Δίκαιο στην Γρενάδα και στη Μαδρίτη όπου τον υποδέχονται οι ποιητικοί κύκλοι της εποχής του. Γνωρίζει τον Salvador Dali, τον Luis Bunuel και τον Rafael Alberti. Οργανώνει με επιτυχία ανοιχτές θεατρικές παραστάσεις όπου τα ποιήματα του διαβάζονται στο κοινό στη Μαδρίτη.
Το 1921, εκδίδει το πρώτο βιβλίο ποιημάτων, το "Libro de poemas".
Το 1922, oργανώνει ένα φεστιβάλ τραγουδιού "cante jondo", είδος παραδοσιακής τσιγγάνικης μουσικής της Ανδαλουσίας με τον συνθέτη Manuel de Falla. Τα μελαγχολικά αυτά τραγούδια με τις τραγικές νότες επηρεάζουν οριστικά το έργο του Λόρκα σε σημείοπου το 1931 ονομάζει τη συλλογή ποιημάτων του
Poema del cante jondo Το 1928, ο Garcia Lorca εκδίδει τα τσιγγάνικα ποιήματα "Romancero gitano", που αρέσουν ιδιαίτερα στο κοινό και τον εκτινάζουν σε πρωταγωνιστή των ισπανών συγγραφέων της "Γενιάς του 1927".
Το 1931, μετά την επιστροφή του από τη Νέα Υόρκη και την Κούβα, αναλαμβάνει Διευθυντής του Θεάτρου La Barraca, το οποίο είναι ένας φοιτητικός θίασος επιδοτούμενος που δίνει παραστάσεις σε αγροτικές περιοχές και σε εργατικές πολιτείες. Cante Jondo ...Le Cante Jondo viene de razas gitanas, atravesando el cementerio de los anos y las frondas de los vientos marchitos. Viene del primer llanto y del primerbeso... Federico Garcia Lorca
Η τραγωδία " Ο Ματωμένος Γάμος ", λαμβάνει χώρα επίσης σε αγροτική περιοχή. Στο έργο αυτό ο Λόρκα χρησιμοποιεί μία συμβολική γλώσσα, απόλυτα εκφραστική και μουσική. Είναι μία τομή στο σύγχρονο ποιητικό θέατρο. Ο Federico Garcia Lorca μπλέκεται στα δίχτυα του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου. Συλλαμβάνεται και εκτελείται από τους φασίστες του Φράνκο χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη το 1936.
Το λογοτεχνικό έργο του Federico Garcia Lorca ασχολείται με δύο σημαντικά θέματα: τη δύναμη της μοίρας και την παρουσία του θανάτου. Με ποιητικό και μουσικό λόγο , ασχολείται με τα αισθήματα και τις συγκρούσεις του ανθρώπου, τη σχέση μεταξύ του ονείρου και της πραγματικότητας. Τα έργα του συνοδεύονται από τοπική μουσική και από υπερρεαλιστική ποίηση. Η ποίηση του είναι λυρική, ρομαντική, γεμάτη πρωτότυπες ποιητικές μεταφορές.
(5 Σεπτ 02)


Ο Μαγικός Κόσμος Της Αγάπης

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Φιλίππων – Θάσου το Παιδικό Στέκι - Θέατρο Κατίνας Παξινού του Εθνικού Θεάτρου παρουσίασε στο Θέατρο Φιλίππων τον "Μαγικό κόσμο της Αγάπης" (το τελευταίο έργο της σεζόν) σε κείμενο, σκηνοθεσία, χορογραφία και μουσική επιμέλεια της Μαριάννας Τόλη, σκηνικά του Γιώργου Ασημακόπουλου και κοστούμια της Ρένας Γεωργιάδου .
Το έργο
Σε ένα τυπικά οργανωμένο εγγλέζικο σπίτι, ζούσε κάποτε ο κύριος και η κυρία Μπανκς με τα δυο τους παιδιά, την Τζέιν και τον Μάικλ. Φαινομενικά ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια, με την οικονόμο τους, την καμαριέρα τους, τη μαγείρισσά τους και τον γκαφατζή μπάτλερ τους. Σ' αυτό το σπίτι όλα πήγαιναν ρολόι. Υπήρχαν όμως κάποια προβλήματα. Για τον κύριο και την κυρία Μπανκς, ο χρόνος ήταν πιο σημαντικός από τα παιδιά τους. Οι νταντάδες έφευγαν γρήγορα-γρήγορα γιατί δεν άντεχαν τις σκανταλιές τους. Απογοητευμένα και στενοχωρημένα τα παιδιά, αποφασίζουν να γράψουν ένα γράμμα στον ουρανό για να τους στείλει μια νταντά έτσι όπως θα την ήθελαν εκείνα. Έρχεται λοιπόν από τον ουρανό η Μαίρη: Η νταντά που κάθε παιδί θα ονειρευόταν. Τα παιδιά μαζί με την καινούργια τους νταντά διασκεδάζουν αφάνταστα και ανακαλύπτουν καινούργιους μαγικούς κόσμους: Κλόουν, μαριονέτες, γλειφιτζούρια, μπαλόνια, μαγικό πιάνο. Η δύναμη της αγάπης μεταμορφώνει μικρούς και μεγάλους και όταν η Μαίρη ετοιμάζεται να φύγει, μαθαίνει στα παιδιά τη μαγ'e9κή λέξη που σκορπίζει όλα τα κακά. Έτσι ο κύριος Μπανκς ξαναβρίσκει το χαμόγελό του και την αγάπη των παιδιών του. Η Μαίρη αποχαιρετά τα παιδιά και πετάει ψηλά πάντα έτοιμη να βοηθήσει όποιο παιδί τη χρειάζεται σε όποιο σημείο της γης και αν βρίσκεται.
«Το να ασχολείται κανείς με τα παιδιά είναι πραγματική ευλογία. Δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι οι μεγαλύτεροί μας δάσκαλοι. Κοντά τους μεγαλώνει η μνημοσύνη και ερχόμαστε σ Άεπαφή με κάποια μουντζουρωμένα κομματάκια του εαυτού μας, που θέλουν προσεκτικό καθάρισμα σαν τις καπνισμένες και σκονισμένες καμινάδες του Λονδίνου.
Αν ανασκουμπωθούμε και πάρουμε τις σκούπες, ίσως κάτι να λάμψει... ίσως μια φλόγα που ήταν εκεί από παλιά, ίδια μ Ά αυτή που βλέπουμε άσβεστη στα μάτια των παιδιών μας.» Τάδε έφη Μαριάννα Τόλη στο κλείσιμο του Φεστιβάλ Φιλίππων – Θάσου. Και του χρόνου!
( 12 Σεπτ 02)


Φεστιβάλ Φιλίππων: Η Μεγάλη Πρεμιέρα. Πέρσες.

Μία από τις σημαντικότερες τραγωδίες, τους ΠΕΡΣΕΣ του Αισχύλου, παρουσιάζει η νεοσύστατη εταιρεία για τις τέχνες Omicron 2 στο Αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, την Παρασκευή 4 Ιουλίου και ώρα 21.30, σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη, στα πλαίσια του 46ου Φεστιβάλ Φιλίππων. Είναι μια συνεργασία με την Festspiele Balver Hφhle, το Διεθνές Γεωργιανό Φεστιβάλ Τιφλίδας (GIFT) και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Στους ΠΕΡΣΕΣ, το πιο διάσημο αντιπολεμικό κείμενο της παγκόσμιας γραμματείας, ο Αισχύλος πραγματεύεται θέματα όπως ο σπαραγμός του πολέμου, η αναλγησία των αρχόντων, το υψηλό φρόνημα της υπεράσπισης της πατρίδος, θέματα που εξακολουθούν να έχουν τη θέση τους στον σημερινό προβληματισμό παραμένοντας εξαιρετικά επίκαιρα.
Οι ΠΕΡΣΕΣ του Αισχύλου αποτελούν την πιο αρχαία σωσμένη τραγωδία. Είναι η πρώτη τραγωδία με ιστορικό θέμα, καθώς και η πρώτη που η υπόθεσή της δεν προέρχεται από τις Ομηρικές πηγές. Το θέμα της αναφέρεται στη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα αλλά παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 472 π. Χ., εφτά χρόνια αργότερα από το γεγονός. Η ιστορική αξία της είναι τεράστια, όχι μόνο γιατί ο Αισχύλος ήταν αυτόπτης μάρτυρας στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ ο αδελφός του Κυναίγειρος σκοτώθηκε) αλλά και γιατί δίνει στοιχεία για την εξωτερική πολιτική της Αθήνας εκείνης της εποχής.
Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Περσία και πιο συγκεκριμένα στα Σούσα. Ένας αγγελιοφόρος διηγείται στην ¶τοσσα, τη μητέρα του Ξέρξη, και στο χορό, που αποτελείται από επιφανείς Πέρσες γέροντες, την ήττα του πολυάριθμου περσικού στρατού. Ο Ξέρξης παρουσιάζεται από τον Αισχύλο ως ένας άνθρωπος που μεθυσμένος από τη δύναμη της εξουσίας οδήγησε τον λαό του στην καταστροφή, προσδίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην ήττα του. Η ήττα αυτή χρησιμοποιείται ως βάση για την διερεύνηση της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Είναι περισσότερο ένα μάθημα ηθικής πάνω στο θέμα της τυραννίας, απευθυνόμενο στη συνείδηση κάθε δυνάστη.
Η παράσταση προβάλλει τον πολύ - πολιτισμικό χαρακτήρα της τραγωδίας αλλά και της θεατρικής τέχνης όπως εκφράζεται σήμερα.
Καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες με ισχυρές παραδοσιακές σχολές ενωμένοι και συνεργαζόμενοι μέσα από το ιδίωμα της μοντέρνας τέχνης. Μια παράσταση με ποικιλία χρωμάτων, μουσικών ιδιωμάτων, κινησιολογικής ευρηματικότητας στηριγμένης σε χορευτικά παραδοσιακά μοτίβα. Μια παράσταση ενός συνόλου που εργάζεται πειραματιζόμενο πάνω στα κείμενα της αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Η μετάφραση είναι του Πάνου Μουλλά, η σκηνοθεσία του Σταύρου Τσακίρη, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Gabriela Neumann, η μουσική προετοιμασία της Cathriene Robin. Η μουσική στηρίζεται σε παραδοσιακά τραγούδια της Γεωργίας και της Περσίας.
Τους ρόλους ερμηνεύουν: Δημήτρης Αντωνιάδης, Νίκος Γιαχαλής, Νόνη Ιωαννίδου, Ανδρέας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μαλάκης, Όλγα Παππά, Νίκος Σαρόπουλος, Μαριάνθη Σοντάκη, Ευριδίκη Ψαλτίδου.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
Οι Πέρσες που έχουν μείνει στην Περσία, ενώ όλος ο στρατός του Ξέρξη έχει εκστρατεύσει, είναι γυναίκες, γέροντες, παιδιά, αλλά και οι φύλακες του παλατιού, δηλαδή ο μηχανισμός της κρατικής εξουσίας. Γραφειοκράτες; Ιερείς; Ένα τάγμα εμπίστων; Πάντως μια ομάδα ενός υπέρ - κράτους που διαφυλάττει και ανησυχεί για τη συνέχεια της κρατικής μηχανής. Η ήττα τους μαθαίνει ότι δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι στον πόλεμο, αλλά μόνο θύματα. Το φάντασμα του νεκρού βασιλιά σιωπηλό. Ο αρχηγός Ξέρξης επιστρέφει και δεν έχει νΆ απαντήσει. Ασώματος, χωρίς χαρακτηριστικά είναι μόνο τίτλος. Ο Χορός μένει μετέωρος ζητώντας απΆ τους θεατές τους νεκρούς του.
Στην παράσταση έχουν χαθεί οι ρόλοι της ¶τοσσας, του Δαρείου, του Ξέρξη, του Αγγελιοφόρου. Όλα είναι ο Χορός. Οι ρόλοι περιστασιακές φιγούρες, άλαλες. Ο Χορός ένα πλήθος από Μπεκετικές φιγούρες ανθρωπάκων, γραφειοκρατών. Ξεπεσμένοι ήρωες του καμπαρέ. Κινούνται και τραγουδούν ομοιόμορφα μεταξύ του ταγκό και των στρατιωτικών παρελάσεων. Πλήθος ακροβατικών εικόνων με τις 14 καρέκλες τους που μεταμορφώνονται.
(3 Ιουλίου 03)


Οιδίπους επί Κολωνώ, Σοφοκλή

Μετάφραση :
Δ.Ν. Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία :
Μίμης Κουγιουμτζής
Πρόταση
σκηνικού χώρου :
Διονύσης Φωτόπουλος
Επιμέλεια κοστουμιών : Κατερίνα Σωτηρίου
Μουσική σύνθεση – Διδασκαλία :
Φίλιππος Τσαλαχούρης
Χορογραφία :
Σοφία Σπυράτου
Φωτισμοί :
Σάκης Μπιρμπίλης
Επιμέλεια λόγου :
Καίτη Παπαλεξοπούλου
Φλάουτο :
Φίλιππος Τσαλαχούρης
Διανομή
(με σειρά εμφάνισης)
Οιδίπους : Γιάννης Βόγλης
Αντιγόνη : Δήμητρα Χατούπη
Ξένος : Νίκος Νίκας
Ισμήνη : Κάτια Γέρου
Θησέας : Θόδωρος Γράμψας
Κρέων : Κώστας Τριανταφυλλόπουλος
Πολυνείκης : Γιάννης Καρατζογιάννης
Αγγελιοφόρος : Γιάννης Φέρτης
Αλέξανδρος Μπουρδούμης
Χορός
Γερόντων
Κορυφαίοι: Δημήτρης Καλαντζής, Νίκος Μόσχοβος, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Νίκος Νίκας, Περικλής Μοσχολιδάκης
Χορός: Κώστας Βελέντζας, Χρύσανθος Παύλου, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Νικηφόρος Βλάσσης, Νίκος Αναστασόπουλος, Βασίλης Μαργέτης, Μανώλης Τσούρης, Φίλιππος Φιλόγλου, Ιάκωβος Μολδοβάνος, Δημήτρης Παπαγεωργίου.

Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι έργο που ο Σοφοκλής έγραψε στην πλήρη ωριμότητά του. Αντιμέτωπος πια με το δικό του θάνατο, επανέρχεται στο τραγικό ήρωά του, τον Οιδίποδα και πραγματεύεται στην τραγωδία αυτή το τέλος του πολυβασανισμένου ήρωα. Ο θάνατος όμως του Οιδίποδα δεν είναι ο θάνατος ενός απλού ανθρώπου, καθώς μέσα απΆ αυτόν ο ποιητής προσπαθεί, λες, να γεφυρώσει το ανθρώπινο με το θείο.


60 ΧΡΟΝΙΑ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ
Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Μίμη Κουγιουμτζή.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 11 ΙΟΥΛΙΟΥ στις 9:30 το βράδυ στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
(10 Ιουλίου 03)



Βάτραχοι, Αριστοφάνη

Λίγο καιρό μετά τον θάνατο του Eυριπίδη. Λίγο καιρό πριν από την τελική ήττα της Aθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Aδυνατώντας να βρεί στους ποιητές του πάνω κόσμου αυτόν που θα μπορούσε άξια να καθοδηγήσει την αγαπημένη του πόλη μακριά από την καταστροφή, ο Διόνυσος αποφασίζει να κατέβει στον ¶δη για να φέρει πίσω τον Ευριπίδη. Eπισκέπτεται τον Hρακλή, ο οποίος είχε ταξιδέψει στον ¶δη στο παρελθόν για να φέρει στη γη τον Κέρβερο, και του ζητά πληροφορίες για το ταξίδι. Mεταμφιεσμένος σε Hρακλή, ο Διόνυσος μαζί με τον δούλο του Ξανθία, φτάνει στην Αχερουσία λίμνη, το σύνορο του Κάτω Κόσμου. Στις όχθες της λίμνης μια συντροφιά εκκωφαντικών βατράχων φέρνει τον Διόνυσο αντιμέτωπο με την πρώτη του δοκιμασία: έναν αγώνα ενάντια σε ενθουσιωδώς παράφωνους λαρυγγισμούς που λήγει, φυσικά, αν και λίγο ανορθόδοξα, με την τελική επικράτηση του θεού. Στην άλλη όχθη της λίμνης, περνώντας πια στο βασίλειο του Πλούτωνα, ο Διόνυσος και ο Ξανθίας συναντούν έναν χορό ευτυχισμένων νεκρών: είναι αυτοί που όσο ζούσαν είχαν μυηθεί στα Eλευσίνια Mυστήρια, εξασφαλίζοντας έτσι αιώνια ευδαιμονία.
Στην πορεία του ταξιδιού, η μεταμφίεση του Διονύσου σε Ηρακλή αποδεικνύεται απροσδόκητα ασύμφορη. Tο πέρασμα του Hρακλή από τον ¶δη καταλήγει σε ένα παιχνίδι ανταλλαγής ρόλων με τον δούλο του Ξανθία, το οποίο όμως φέρνει διαρκώς τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ο θεός επιδιώκει.
Τι θα κάνει ο Διόνυσος όταν πια φτάνει σε αδιέξοδο, θα το δούμε επί σκηνής. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει εφέτος το καλοκαίρι τους Βατράχους του Αριστοφάνη, ένα έργο αστείο αλλά και λυρικό ταυτόχρονα. Είναι για ένα ακόμη αριστοφανικό ταξίδι σε χώρους που μόνο το θέατρο μπορεί να κάνει πραγματικούς: η ιστορία ενός θεού, του Διονύσου, που κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο για να βρει και να αναστήσει έναν ποιητή – τον μόνο άνθρωπο που μπορεί να προσφέρει σωτηρία και παρηγοριά σε μιαν Αθήνα που βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής. Οι Βάτραχοι είναι ένα έργο που, σε σχέση με τα υπόλοιπα του Αριστοφάνη, ανεβαίνει μάλλον σπάνια τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, είναι ένα έργο με πολλούς και χαρακτηριστικούς ρόλους και πληθωρικό χορό, γεγονός που επιτρέπει να αξιοποιηθεί το μεγάλο δυναμικό των ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε. Κυρίως είναι ένα έργο εξαιρετικά θεαματικό: η σκηνική αναπαράσταση της ζωής στον Κάτω Κόσμο, που μοιάζει πιο φωτεινός και πιο αστείος από την πραγματική ζωή, προσφέρει δυνατότητες για μια ξέφρενη θεατρική γιορτή.
Μετάφραση: Κώστας Ταχτσής
Σκηνικά: Έρση Δρίνη
Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ
Μουσική: Ελίζαμπεθ Σουέντος
Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Μουσική διεύθυνση: Κρις Κούκελ
Μουσική διδασκαλία: Νίκος Βουδούρης
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Αλέξανδρος Μυλωνάς (Αισχύλος)
Κώστας Σαντάς (Ευριπίδης)
Χρήστος Στέργιογλου (Διόνυσος)
Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Ξανθίας)
Χορός: Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Μελίνα Αποστολίδου, Μαρία Ιωαννίδου, Σίμος Κακάλας, ¶ννα Καλαϊτζίδου, Νίκος Καπέλιος, Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ, Έλενα Μαυρίδου, Θοδωρής Οικονομίδης, Ελένη Ουζουνίδου, Αστέρης Πελτέκης, Μίλτος Σαμαράς, Παύλος Σαχπεκίδης, Χρήστος Σουγάρης, Γιώργος Συμεωνίδης, Έλενα Τοπαλίδου, Γιάννης Χαρίσης, Γιώργος Χρυσοστόμου.
(17 Ιουλίου 03)


Ηλέκτρα, Ευριπίδη από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας

Μετάφραση : Κ.Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία : Θέμης Μουμουλίδης
Σκηνικά-κοστούμια : Γιώργος Πάτσας
Μουσική : Γιώργος Ανδρέου
Κινησιολογία : Αλίκη Καζούρη
Φωτισμοί : Φίλιππος Κουτσάφτης
Μουσική διδασκαλία : Νένυ Ζάππα
Βοηθός Σκηνοθέτης : Περικλής Βασιλόπουλος

ΔΙΑΝΟΜΗ
Ηλέκτρα :
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Γεωργός :
Χάρης Σώζος
Ορέστης :
Δημήτρης Αλεξανδρής
Πυλάδης :
Παναγιώτης Τσεβάς
Γέρος :
¶ρτο Απαρτιάν
Αγγελιοφόρος
- Διόσκουρος :
Γιάννης Νταλιάνης
Κλυταιμνήστρα :
Μάγια Λυμπεροπούλου
ΧΟΡΟΣ
Μελίνα Βαμβακά, Ελένη Κοκκίδου, Γιάννα Νικολοπούλου, Νιόβη Κωστοπούλου, Εύα Κοτανίδη, Μάγδα Πένσου, Ντορίνα Θεοχαρίδου, Μαριάνθη Φωτάκη, Μαριάνθη Κυρίου, Ειρήνη Σπανουδάκη, Γιάννα Παπαγεωργίου, Αντωνία Βαλλιανάτου.

Η Ηλέκτρα ανήκει στις πιο ενδιαφέρουσες τραγωδίες του Ευριπίδη και πιθανολογείται ότι παρουσιάστηκε την άνοιξη του 413π.Χ.στην Αθήνα.
Το έργο αναφέρεται στα πάθη των Ατρειδών.
Η Ηλέκτρα είναι παντρεμένη με ένα γεωργό και ζει στην αθλιότητα ενός φτωχού αγροτόσπιτου στα σύνορα του ¶ργους.
Η Κλυταιμνήστρα μετά το φόνο του Αγαμέμνονα ζει με τον Αίγισθο στο παλάτι, ενώ ο Ορέστης οδηγημένος από το χρησμό του Απόλλωνα φτάνει στο ¶ργος με τον Πυλάδη για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του. Οι δυο τους αναλαμβάνουν το φόνο του Αίγισθου ενώ η Ηλέκτρα παγιδεύει τη μητέρα της λέγοντας ότι περιμένει παιδί.
Μετά το φόνο της μητέρας τους τα δύο αδέλφια βασανίζονται από τύψεις. Τη λύση έρχονται να δώσουν οι Διόσκουροι ως από μηχανής θεοί.
(24 Ιουλίου 03)


Θεσμοφοριάζουσες, Αριστοφάνη

Απόδοση: Κώστας Τσιάνος
Σκηνοθεσία :Κώστας Τσιάνος
Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Σκηνικά: Αντώνης Χαλκιάς
Μουσική: Μιχάλης Χριστοδουλίδης
Χορογραφίες: Φωκάς Ευαγγελινός
Μουσική Διδασκαλία: Νανά Θρασυβουλίδου
Πρόκειται για την πρώτη από τις δύο κωμωδίες του Αριστοφάνη, στις οποίες ο ποιητής σατιρίζει τα φιλολογικά, ποιητικά και θεολογικά ήθη της εποχής του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Με το έργο του αυτό, ο Αριστοφάνης δε χάνει την ευκαιρία να σατιρίσει για άλλη μια φορά τον Ευριπίδη. Στην προκειμένη περίπτωση θέλει τις γυναίκες της Αθήνας αγανακτισμένες με τον τραγικό ποιητή, που τόσα τις καταμαρτυρεί στις τραγωδίες του, να συντάσσονται στη μεγάλη, μυστική γιορτή των γυναικών, τα Θεσμοφόρια, προκειμένου να δικάσουν τον συκοφάντη τους. Ο Ευριπίδης, μαθαίνοντας τα σχέδιά τους, προσπαθεί να αποτρέψει την καταδικαστική απόφαση. Έτσι, μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, μπαίνει στο ναό των Θεσμοφόρων.
Η σκηνοθεσία είναι του Κώστα Τσιάνου. Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Μνησίλοχος: Πέτρος Φιλιππίδης, Ευριπίδης: Γιάννης Βούρος, Υπηρέτης: Γιώργος Γαλλίτης, Αγάθων: Γιάννης Σαμσιάρης, Κλεισθένης: Κώστας Φλωκατούλας, Τοξότης: Γιώργος Μελισάρης. Πρύτανης: Μάκης Αρβανιτάκης, υπηρέτης Αγάθωνα: Κυριάκος Βελισάρης.
Κορυφαίες-Χορός: Ελένη Τζώρτζη, Κάτια Νικολαΐδου, Γεωργία Καλλέργη, Μαρία Τσιμά, Ζωή Ναλμπάντη, Έλενα Λαρίου, Παναγιώτα Κότσιρα, Γιολάντα Μπαλαούρα, Γεωργία Μαυρογεώργη, Σοφία Καλεμκερίδου, Ελεάνα Παπαδοπούλου, Βάσω Ιατροπούλου Δέσποινα Ψαροπούλου, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου.

(31 Ιουλίου 03)


Η Λυδία Κονιόρδου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Σκηνοθετεί και παίζει στο «Ίων» του Ευριπίδη με το Εθνικό Θέατρο
Τον "Ίωνα" του Ευριπίδη παρουσιάζει το Εθνικό Θέατρο στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ την ερχόμενη Τετάρτη 27 Αυγούστου. Το έργο πραγματεύεται το μύθο του Ίωνα, γενάρχη των Ιώνων. Η δεξιοτεχνικά στημένη πλοκή, οι γοητευτικοί χαρακτήρες, οι συναρπαστικές καταστάσεις και τα θέματά του, που προσφέρουν τροφή για σκέψη, το καθιστούν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του Ευριπίδη αλλά και του αρχαίου δράματος γενικότερα.
Αν και δεν είναι εξακριβωμένο, το έργο χρονολογείται το 413 ή 414 π.Χ. Ο «Ίων» αναδεικνύεται σε ένα πολυφωνικό έργο, εκφράζοντας διαφορετικές και συγκλίνουσες αλήθειες. Το έργο, εξιστορώντας το μύθο του Ίωνα, εξετάζει θέματα όπως η αυτοχθονία, η έκλυτη συμπεριφορά του Απόλλωνα, η εγκατάλειψη του παιδιού και αποκτά μια δραματική πλοκή, διαφορετική από τα προγενέστερα έργα.
Η υπόθεση
Ο Απόλλωνας χάρηκε με τη βία τον έρωτα της Κρέουσας, κόρης του βασιλιά της Αθήνας Ευρυσθέα. Εννέα μήνες αργότερα, η Κρέουσα εγκαταλείπει το μωρό, ελπίζοντας ότι ο Απόλλωνας θα φροντίσει για την τύχη του. Αργότερα παντρεύεται τον Ξούθο, ενώ ο Απόλλωνας μεταφέρει το παιδί στους Δελφούς για να το αναθρέψει η Πυθία, ονομάζοντάς το Ίωνα. Καθώς ο γάμος της Κρέουσας και του Ξούθου παραμένει άκαρπος, αποφασίζουν να πάνε στο μαντείο για να μάθουν αν θα αποκτήσουν παιδιά. Η κρυφή επιθυμία της Κρέουσας, όμως, είναι να μάθει τι απέγινε το παιδί που έφερε μυστικά στον κόσμο. Ο θεός Απόλλωνας χρησμοδοτεί ότι γιος του Ξούθου είναι αυτός που θα συναντήσει πρώτο βγαίνοντας από το ναό. Πράγματι, καθώς βγαίνει από το ναό συναντά τον Ίωνα και τον αποκαλεί γιο του. Ο Ίων πείθεται ότι ίσως είναι καρπός μια ερωτικής περιπέτειας του Ξούθου και δέχεται να ακολουθήσει τον πατέρα του στην Αθήνα. Όταν η Κρέουσα μαθαίνει το γεγονός, αποφασίζει να εκδικηθεί σκοτώνοντας με δηλητήριο το νόθο γιο του Ξούθου. Όμως τα σχέδιά της αποκαλύπτονται. Καθώς ο Ίων την απειλεί με λιθοβολισμό, βρίσκει καταφύγιο στο βωμό. Τη λύση δίνει η Πυθία, η οποία παραδίδει στον Ίωνα το πανέρι, μέσα στο οποίο τον είχε εγκαταλείψει η μητέρα του. Η Κρέουσα το αναγνωρίζει και ακολουθεί η συγκινητική αναγνώριση μητέρας και γιου, που επιτείνεται όταν ο Ίων μαθαίνει ότι ο πραγματικός πατέρας του είναι ο Απόλλωνας. Το έργο τελειώνει με την εμφάνιση της από μηχανής θεάς Αθηνάς, που συμβουλεύει να αφήσουν τον Ξούθο στην αυταπάτη του και προβλέπει το λαμπρό μέλλον του Ίωνα. Στο τέλος, ο Χορός υμνεί τον Απόλλωνα καθώς βλέπει να καταξιώνεται η εμπιστοσύνη στους θεούς και οι καλοί να ανταμείβονται.
Η ταυτότητα της παράστασης:
Σκηνοθεσία: Λυδία Κονιόρδου
Σκηνικά-κοστούμια: Διονύσης Φωτόπουλος
Παίζουν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Οικονόμου, Χρήστος Λούλης, Λυδία Κονιόρδου, Νίκος Καραθάνος, Κοσμάς Φοντούκης, Σαπουντζής Χρήστος, Στέφανος Κοσμίδης, Γιώργος Γάλλος, Χρήστος Τακτικός, Αποστόλης Πελεκάνος, Γιώργος Φριντζίλας, Μαρία Καντιφέ και Αννέζα Παπαδοπούλου.
(21 Αυγούστου 03)


Τραχίνιες στους Φιλίππους

Η Δηιάνειρα, γυναίκα του Hρακλή, περιμένει με αγωνία, στην Tραχίνα, να μάθει νέα για την τύχη του άντρα της που λείπει. Ένας απεσταλμένος του Hρακλή καταφτάνει και αναγγέλλει την επιστροφή του. Mαζί του φέρνει και μια νέα και όμορφη αιχμάλωτη, την Iόλη. Σύντομα, αποκαλύπτεται ότι η Iόλη είναι ερωμένη του Hρακλή. H Δηιάνειρα, απελπισμένη από έρωτα και ζήλεια, αποφασίζει να διεκδικήσει την καρδιά του άντρα της με μάγια. Όμως ο κόσμος της Tραχίνας είναι σκοτεινός και τα πάθη των ανθρώπων τυφλά. Η τρίτη από τις εφτά συνολικά τραγωδίες του Σοφοκλή, οι "Τραχίνιες" θεωρούνται ένα από τα κορυφαία έργα του, κατά πολλούς μάλιστα, το καλύτερό του. Ακόμα κι αν αυτό από κάποιους αμφισβητηθεί, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι "Τραχίνιες" αξίζουν ιδιαίτερης μνείας, ως ένα από πλέον σκοτεινά και ζοφερά αρχαία δράματα, το έργο στο οποίο ο Σοφοκλής ξεπέρασε, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, την ευσέβειά του προς τους θεούς, περιγράφοντας με απλούς όρους τον ανθρώπινο πόνο της προδοσίας. Το έργο παρουσιάζεται φέτος από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε 9 πόλεις, ξεκινώντας από τους Δελφούς και καταλήγοντας πίσω στην έδρα του, τη Θεσσαλονίκη. Λίγο πριν περάσει τη σκυτάλη της διεύθυνσης του Κρατικού Θέατρου στο Νικήτα Τσακίρογλου, ο Βίκτωρ Αρδίττης σκηνοθετεί αυτό το σχετικά παραμελημένο έργο του Σοφοκλή, έχοντας στη διάθεσή του ένα εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών, ανάμεσά τους και τον Ακύλλα Καραζήση, που αφήνει για λίγο το Θέατρο Αμόρε της Αθήνας για να ερμηνεύσει το ρόλο του τραγικού Ηρακλή. Μάλιστα, φέτος που συμπληρώνονται 2500 χρόνια από τη γέννηση του Σοφοκλή, το Κρατικό Θέατρο πραγματοποιεί την πρώτη του παράσταση στους Δελφούς, στο πλαίσιο της Διεθνούς Συνάντησης Αρχαίου Ελληνικού Δράματος, αφιερωμένη στο μεγάλο τραγωδό. Τα κεντρικά πρόσωπα της τραγωδίας, ο Ηρακλής, η Διηάνειρα και ο γιος τους Ύλλος - εν συνεπεία και η Ιόλη, η εμφάνιση της οποίας λειτουργεί ως καταλύτης στην προώθηση της ιστορίας - αναδεικνύονται σε παραδείγματα χαρακτήρων που απέκτησαν παγκόσμιο και αιώνιο κύρος, λόγω της προσαρμοσμένης στα ανθρώπινα σταθμά απεικόνισης των διαθέσεών τους (κάτι που ωστόσο δεν λείπει ούτε από τις άλλες τραγωδίες του). Σε μια εποχή που το μέτρο θεωρούνταν το υψηλότερο ιδανικό, ο Σοφοκλής δημιούργησε μια τραγωδία προσπαθώντας να κινηθεί γύρω από αυτή τη νοοτροπία και ταυτόχρονα να τη σχολιάσει. Ωστόσο, η μοίρα των "Τραχίνιων" έκρυβε ένα διαφορετικό μέλλον: μόνο το μέτρο δεν τηρήθηκε στις κριτικές που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς. Κάποιοι το χαρακτήρισαν ως ένα μέτριο έργο μιας παρηκμάζουσας περιόδου, υποστήριξαν, μάλιστα, ότι πιθανότατα να μην άνηκε στο Σοφοκλή. Η κριτική αυτή ασκήθηκε σε μια εποχή που τα έργα του Σοφοκλή δεν είχαν κερδίσει την αναγνώριση που τους άξιζε (αρχές 19ου αιώνα). Αργότερα, το κλίμα αντιστράφηκε, καθώς εμφανίστηκαν μελετητές που παραδέχθηκαν μεν τις αδυναμίες του κειμένου - κυρίως τη δυσκολία κατανόησης - και επικεντρώθηκαν στις αρετές του. Μία από αυτές είναι και οι πολλαπλές αναφορές στο δίπτυχο βία - έρωτας, δύο εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς που ο Σοφοκλής θεωρεί - ως ένα βαθμό - αλληλένδετες, υπεύθυνες για την τραγική κατάληξη των ηρώων του. Ο έρωτας του Ηρακλή για τη Διηάνειρα υπήρξε από την αρχή κιόλας περιπετειώδης. Ο Ηρακλής μονομάχησε αρχικά με τον Αχελώο για να την κερδίσει και αργότερα σκότωσε τον κένταυρο Νέσσο, όταν εκείνος προσπάθησε να τη βιάσει. Έχοντας μολυνθεί από τα δηλητηριασμένα με το φαρμάκι της Λερναίας Ύδρας βέλη του Ηρακλή, ο Νέσσος πείθει τη Διηάνειρα να μαζέψει το αίμα του που θα τη βοηθούσε να εξασφαλίσει την παντοτινή αγάπη του Ηρακλή. Χρόνια αργότερα, η Διηάνειρα βρίσκεται εξόριστη στην Τραχίνα μαζί με το γιος της, Ύλλο, περιμένοντας την επιστροφή του Ηρακλή. Όταν εκείνη η ώρα έρχεται, τίποτα δεν είναι όπως το περιμένει. Ο Ηρακλής συνοδεύεται από τη νέα Ιόλη. Η Διηάνειρα, βλέποντας πως χάνει το σύντροφό της, θυμάται τα λόγια του Νέσσου και βάφει το χιτώνα του Ηρακλή με το αίμα του, με σκοπό να τον ξανακερδίσει. Ο πόνος που προκαλεί στον Ηρακλή το δηλητήριο τον οδηγεί σιγά - σιγά στο θάνατο και ο Ύλλος κατηγορεί τη μητέρα του ότι σχεδίασε το φόνο του πατέρα του. Μη μπορώντας ν' αντέξει τη συμφορά η Διηάνειρα αυτοκτονεί, ενώ λίγο πριν πεθάνει ο Ηρακλής ζητά από τον Υλλο να τον κάψει στην πυρά και να παντρευτεί εκείνος την Ιόλη.
Μετάφραση: Κώστας Βαλάκας, Ελένη Παπάζογλου
Σκηνοθεσία: Βίκτωρ Αρδίττης
Σκηνικά-κοστούμια: Δαμιανός Ζαρίφης
Μουσική: Κώστας Βόμβολος
Διανομή:
Ηρακλής: Ακύλλας Καραζήσης
Διηάνειρα: Ανέζα Παπαδοπούλου
Τροφός: Ιφιγένεια Δεληγιαννίδου
Ύλλος: Γιάννος Περλέγκας
Λίχας: Γιάννης Τσορτέκης
Ιόλη: Ευτυχία Γιακουμή, Έλενα Τοπαλίδου
Γέροντας: Δημήτρης Καρέλλης
¶γγελος: Δημήτρης Κολοβός, Σάκης Πετκίδης
(22 Ιουλίου 04)


Ο Πλούτος

Η τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη μας ταξιδεύει στο όνειρο του αιφνίδιου πλούτου. Τι θα μπορούσε να συμβεί αν ξαφνικά ξυπνούσαμε πλούσιοι; Όλα ξεκίνησαν από την ιδέα να ξανασυναντηθούν επί σκηνής ο Λάκης Λαζόπουλος και η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη με τον Αριστοφάνη. Όπως κάποτε στη «Λυσιστράτη», σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά. Και πάνω στην ιδέα η συνεργασία «έδεσε» με το σκηνοθέτη Νίκο Μαστοράκη, που είχε δουλέψει τον «Πλούτο» με το συνθέτη, πριν από λίγα χρόνια, εδώ, στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, με την απόδοση του αριστοφανικού λόγου από τον Κ.Χ. Μύρη και τα χορικά με την υπογραφή της Λίνας Νικολακοπούλου. Κι έτσι, αυτό το Ολυμπιακό καλοκαίρι ο Λάκης Λαζόπουλος θα δώσει σάρκα και οστά στο ρόλο του Χρέμυλου στο ατοπικό και διαχρονικό έργο του μεγάλου αρχαίου κωμικού ποιητή, που ουσιαστικά αφηγείται την ιστορία της επιδίωξης του χρήματος. Πλούτος θα είναι ο Μπάμπης Γιωτόπουλος, Καρίων ο Ταξιάρχης Χάνος και Βλεψίδημος ο Τάκης Παπαματθαίου. Ο 15μελής χορός σε ένα μεγάλο μέρος του αποτελείται από τη νεανική μουσικοθεατρική ομάδα Σπείρα-Σπείρα του Σταμάτη Κραουνάκη.
Μετάφραση : Κ. Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία : Νίκος Μαστοράκης
Μουσική : Σταμάτης Κραουνάκης
Κοστούμια : Γιάννης Μετζικώφ
Σκηνικά : Εύα Μαμιδάκη
Χορογραφία : Κική Μπάκα
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Ενορχήστρωση : Γιώργος Ζαχαρίου
Διανομή :
Χρεμύλος : Λάκης Λαζόπουλος
Καρίων : Ταξιάρχης Χάνος
Πλούτος : Μπάμπης Γιωτόπουλος
Βλεψίδημος : Τάκης Παπαματθαίου
Πενία : Ελισάβετ Κωνσταντινίδου
Γυναίκα του Χρεμύλου : Νατάσσα Κοτσοβού
Δίκαιος άντρας : Παναγιώτης Παναγόπουλος
Συκοφάντης : Κοσμάς Ζαχάρωφ
Γριά : Φωτεινή Μπαξεβάνη
Νέος : Αλέξανδρος Μπουρδούμης
Ερμής : Δημήτρης Σταμούλης
Ιερέας : Θανάσης Βλαβιανός
Συμμετέχει : Σπείρα-Σπείρα
(22 Ιουλίου 04)


Θεόσταλτες... Τρωάδες

Μέσα τις “Τρωάδες”, ο ποιητής ακολουθεί την ανέλπιδη μοίρα των γυναικών της εκπορθημένης Τροίας, μοίρα κοινή για όλες τις γυναίκες που αποτελούν το λάφυρο ενός πολέμου. Τα πλοία των Αχαιών παραταγμένα στο λιμάνι ανοίγουν πανιά για το νικητήριο ταξίδι της επιστροφής των στρατηγών, ενώ οι νικητές θα παίξουν την τελευταία πράξη ενός πολέμου που προκάλεσε μία γυναίκα, η Ελένη, μία θεά, η Αφροδίτη κι ένα πάθος η Αφροσύνη. Με φόντο την πυρπολημένη Τροία, κορυφαία μορφή του δράματος, η Εκάβη, που κάποτε υπήρξε ευτυχισμένη βασίλισσα, σύζυγος, μητέρα, μένει ν' αναμετριέται μ' απώλειες και συμφορές τριγυρισμένη από σπαράγματα. Ο κύκλος του αίματος για την Εκάβη, κλείνει μόνον όταν η ίδια θρηνήσει κι ύστερα θάψει με τα ίδια της τα χέρια παιδιά και εγγόνια, θυσία στην παραφροσύνη του πολέμου. Τώρα τα γηρασμένα βήματά της θα πρέπει να μετρήσουν τους άξενους δρόμους μιας νέας μοίρας που μακάρι ν΄ απαντά στο όνομα Αθήνα ή Θεσσαλία κι όχι στην πολυμίσητη τη Σπάρτη. Η μοίρα της Εκάβης, είναι μοίρα ίσα μοιρασμένη με τις άλλες Τρωαδίτισσες, που ως τρόπαια πολέμου πρέπει ν' αποχαιρετήσουν για πάντα τη γενέθλια γη, τη δικιά τους Τροία που χάνουν. Μέσα από το έργο του Τρωάδες ο Ευριπίδης στεριώνει γέφυρες Ειρήνης και Φιλίας των λαών.
Το Σάββατο στους Φιλίππους, στις 9.00μμ.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Διαγόρας Χρονόπουλος
Σκηνικά - Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Βοηθός Σκηνοθέτης: Δημήτρης Λιγνάδης
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Εκάβη : ¶ννα Βαγενά
Ταλθύβιος : Γιάννης Βούρος
Κασσάνδρα : Πέγκυ Τρικαλιώτη
Ανδρομάχη : Τάνια Τρύπη
Ελένη : Κατερίνα Λέχου
Ποσειδών : Γιάννης Θωμάς
Μενέλαος : Δημήτρης Λιγνάδης
(5 Αυγούστου 04)
Βάκχες, Ευριπίδη
Εθνικό Θέατρο, βέβαια, σε μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη και σκηνοθεσία του πολύ Σωτήρη Χατζάκη. Από σεβασμό, απόρροια της πλήρους και απολύτου μυσταγωγίας, αυτή η σελίδα μένει κενή. Με ένα ερώτημα, ίσως. ¶ραγε, θα υπάρξουν στο μέλλον τέτοιου βεληνεκούς σκηνοθέτες, όπως είναι ο Σωτήρης Χατζάκης; Απάντησέ μου, δάσκαλε! Συνεργοί του Χατζάκη στο απόλυτο: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Λυδία Φωτοπούλου, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Θεμιστοκλής Πάνου, Μανώλης Μαυροματάκης, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Μανώλης Σετραγάκης, Δημήτρης Αγαρτζίδης. Τα μάλα συνέβαλλαν δε, οι φωνητικοί αυτοσχεδιασμοί - λαρυγγισμοί της dame Σαβίνας Γιαννάτου.
(17 Αυγ 05)


Οθέλλος, Σαίξπηρ
Το σπουδαίο έργο του Σαίξπηρ «Οθέλλος» σκηνοθέτησε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, με πρωταγωνιστή τον Αιμίλιο Χειλάκη (αλλά και τον Γεράσιμο Γεννατά). Τη μετάφραση του έργου του Σαίξπηρ έκανε ο Διονύσης Καψάλης. Τα σκηνικά-κοστούμια ήταν του ¶γγελου Μέντη και της Μαρίας Ηλία, την κίνηση επιμελήθηκε η Αγγελική Στελλάτου και τη μουσική έγραψαν ο Θοδωρής Αμπαζής και ο Σταύρος Γασπαράτος. Διανομή: Αιμίλιος Χειλάκης (Οθέλλος), Γεράσιμος Γεννατάς (Ιάγος), Αθηνά Μαξίμου (Δυσδαιμόνα), Λαέρτης Μαλκότσης (Ροδρίγος), Κωνσταντίνος Παπαχρόνης (Κάσιος), Κόρα Καρβούνη (Αιμιλία), Βασίλης Μαυρογεωργίου (Λουδοβίκος), Πάνος Πανάγου (Βραβάντιος), Γιώργος Γιαννακάκος (Δόγης της Βενετίας, Γρατιάνος), Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος (Μοντάνος), Χρύσα Παπά (Μπιάνκα).
(21 Ιουλ 06)


Πέρσες, Αισχύλου
Αναζητώντας τον τρόπο προσέγγισης και τον κώδικα για τον Χορό στους «Πέρσες» του Αισχύλου η Λυδία Κονιόρδου μαζί με τη βασική ομάδα ξεκίνησε εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο να δουλεύει την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου. Λέξη - κλειδί αποδείχθηκε η «ρωγμή». Πάνω στη ρωγμή στήθηκαν οι «Πέρσες». Στην προκειμένη περίπτωση η ρωγμή εκφράστηκε μέσα από το breakdance του οποίου μελέτησε τις δυναμικές και το μετέφερε ως εσωτερική λειτουργία, ως φιλοσοφία. Παράλληλα εκμεταλλεύθηκε τον ήχο της ραπ στα μουσικά όργανα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. ¶ψογο, απΆ όλες τις απόψεις, το έργο σε Μετάφραση Νικολέττας Φριτζήλα, Σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου, Σκηνογραφία Λιλής Κεντάκα, Μουσική Τάκη Φαραζή, Χορογραφία Αποστολίας Παπαδαμάκη, Φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου, εξακοντίστηκε, έχοντας το Χορό ως κύριο πρωταγωνιστή. Μια συγκλονιστική παράσταση. Έπαιξαν: Λυδία Κονιόδου, Χρήστος Λούλης, Γιάννης Κρανάς κ.ά..
(9 Αυγ 06)


Αντιγόνη, Σοφοκλή
Πολλές σκέψεις, πολλές ιδέες, πολλά σχήματα. Όλα έψαξαν να βρουν τη θέση τους μέσα στο μυαλό του Λευτέρη Βογιατζή. Και εκείνος, με τη φαντασία του, με την πολύπλοκα απλή διάθεσή του να ξετυλίξει το κουβάρι της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, ξεκίνησε να φτιάξει την παράσταση. Με ηθοποιούς που γνωρίζει καλά, με τους οποίους έχει ξανασυνεργασθεί, με ανθρώπους που εκτιμά και αγαπά, μας ήρθε για δεύτερη φορά, ως σκηνοθέτης (προηγήθηκαν οι «Πέρσες» του Αισχύλου). Ο σκηνοθέτης οργάνωσε την παράσταση ξεκινώντας (και καταλήγοντας) στο σύνολο, στην ομάδα. Οι ηθοποιοί μπαινοβγαίναν στον χορό και στους ρόλους με μεγάλη ευκολία. Με μια κίνηση σπειροειδή, παρασυρτική, με μια κίνηση χτισμένη, ανακατεμένα τα πρόσωπα ξεπηδούσαν από το σύνολο και αποκτούσαν την ταυτότητά τους. Με μια παράσταση αξιοπρόσεκτη, εξαιρετική, υψηλού καλλιτεχνικού διαμετρήματος αποχαιρετήσαμε το 49 Φεστιβάλ Φιλίππων.
Μετάφραση: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Σκηνικά - Κοστούμια: Χλόη Ομπολένσκι, Φωνητικά Σχήματα: Σπύρος Σακκάς, Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης, Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. Διανομή: Αμαλία Μουτούση (Αντιγόνη), Λευτέρης Βογιατζής (Κρέων), Νίκος Κουρής (Αίμων), Δημήτρης Ήμελλος (Φύλακας), Εύη Σαουλίδου (Ισμήνη) και 18μελής χορός.
(19 Αυγ 06)

Share on Facebook
 
a mediamax production