η θεατρική μηχανή
παραστάσεις
εραστάς του θεάτρου
Νέα & Ανακοινώσεις
τι έγραψε ο τύπος
επικοινωνία
 
ΕΡΑΣΤΑΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ - ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Σελίδα: 1 | 2 | 3 | 4
Ο ΚΑΡΑΒΡΑΧΟΣ
Ο ΚΑΡΑΒΡΑΧΟΣ

Βασισμένο στο Cliff’s Edge του Paul Beard

Μετάφραση – Διασκευή:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΡΑΜΕΥΣ



Πρόσωπα

Γιάννης
Μάριος
Μίνα

Σκηνικό

Ένας βράχος που βλέπει στη θάλασσα


Ο Μάριος κάθεται σε έναν βράχο στην άκρη του γκρεμού. Γράφει κάτι σ’ ένα σημειωματάριο. Μόλις τελειώσει αφήνει κάτω σημειωματάριο και στυλό. Βλέπει προς τη θάλασσα. Είναι εμφανώς δυστυχισμένος. Ο Γιάννης μπαίνει απ’ τα δεξιά. Στέκεται δίπλα στο Μάριο και αρχίζει βαθιές εισπνοές – εκπνοές.

Γιάννης (εύθυμα) Αυτό είναι το ;
Μάριος (αδιάφορα) Ναι.
Γιάννης Το μέρος που έρχονται και αυτοκτονούνε;
Μάριος (αδιάφορα) Πιθανώς.
Γιάννης (κοιτάζει προς τα κάτω) Μακρύς ο δρόμος μέχρι κάτω, έ;
Μάριος (αδιάφορα) Ναι.
Γιάννης Υποθέτω ότι κανείς δε θα μπορεί να σε αναγνωρίσει μετά τη βουτιά.
Μάριος (αδιάφορα) Κανείς.
Γιάννης (κοιτάζει προς τα κάτω) Δε βλέπω κανέναν κάτω.
Μάριος (αδιάφορα) Δεν κοίταξα.
Γιάννης (κοιτάζει προς τα κάτω) Σίγουρα κανένας κάτω.
Μάριος Ωραία.
(Παύση)
Γιάννης Βάζω στοίχημα ότι το νερό είναι μπούζι.
Μάριος Πιθανώς.
Γιάννης Δε νομίζω ότι θα μπορούσα να πηδήξω.
Μάριος Κρίμα.
Γιάννης Απλά προσπαθώ να πιάσω κουβέντα.
Μάριος Δε την κοπανάς λέω εγώ;
Γιάννης Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι αγενής.
(Μικρή Παύση)
Μάριος Συγγνώμη.
Γιάννης Δηλαδή, επειδή εσύ έχεις τις μαύρες σου, νομίζεις ότι έχεις το δικαίωμα να γίνεσαι αγενής;
Μάριος (σαρκαστικά) Παρακαλώ. Θα σας ήμουν αιώνια ευγνώμων αν φεύγατε από δω. Ορίστε. Τώρα δεν είμαι αγενής. Εντάξει;
Γιάννης Παρ’ όλα αυτά, διακρίνω μια στάλα εχθρότητας στη φωνή σας.
Μάριος Δεν πρόκειται να φύγεις ότι και να σου πω, έ;
Γιάννης Είναι δημόσιος χώρος, έτσι δεν είναι;
Μάριος Εγώ ήρθα εδώ πρώτος!
Γιάννης (σαρκαστικά) Ααα! Κατάλαβα. Υπάρχει ουρά για το μέρος, έτσι δεν είναι;
(Μικρή Παύση)
Μάριος Όχι.
Γιάννης Τότε θα περιμένω μέχρι να τελειώσεις.
Μάριος Θα το εκτιμούσα αν δε μου μιλούσες. Καθόλου.
Γιάννης Τα χείλη μου σφραγίστηκαν.
Μάριος Ευχαριστώ.
(Μικρή Παύση)
Γιάννης Ωραία είναι εδώ.
Μάριος Για τ’ όνομα του Θεού!
Γιάννης Τι;
Μάριος Σταμάτα να μου μιλάς.
Γιάννης Δε μιλούσα σε σένα.
Μάριος Σε ποιόν μιλούσες;
Γιάννης Σε κανέναν. Έκανα μια παρατήρηση στον εαυτό μου για το πόσο ωραίο είναι το μέρος αυτό.
Μάριος Να το! Το ξανάκανες.
Γιάννης Ποιο;
Μάριος Μου ξαναμίλησες. Δε το καταλαβαίνεις επιτέλους; Θέλω να μείνω μόνος.
(Μικρή Παύση)
Γιάννης Γκρέγκορυ Πεκ.
Μάριος Ορίστε;
Γιάννης «Θέλω να μείνω μόνος». Γκρέγκορυ Πεκ. Είναι μια ατάκα από μια ταινία του.
Μάριος Άστα λα Βίστα μπέιμπι.
Γιάννης Ορίστε;
Μάριος Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ. Δικιά του ατάκα. Λίγο πριν αρπάξει κάποιον και τον πετάξει απ’ το γκρεμό.
Γιάννης Εγώ… προσπαθώ να βοηθήσω.
Μάριος Δε θέλω τη βοήθειά σου. (Μικρή Παύση) Ήρθα εδώ να σκεφτώ.
Γιάννης Δηλαδή… δεν ήρθες για να πηδήξεις;
Μάριος Παρακαλώ;
Γιάννης Να πηδήξεις. Ξέρεις. Φωνάζοντας «Τζερόνιμο» και τα σχετικά. Λοιπόν, με το που σε είδα αυτό σκέφτηκα. Να ένας που είναι έτοιμος να την κάνει.
Μάριος Έτσι, ξύπνησε ο καλός Σαμαρείτης μέσα σου και σκέφτηκες να με μεταπείσεις.
Γιάννης Κάθε άλλο! Σκέφτηκα να τραβήξω τη σκηνή σε βίντεο και να τη στείλω στον Ευαγγελάτο.
Μάριος Άσπλαχνο κωλόπαιδο.
Γιάννης Θα προτιμούσα «επιχειρηματίας».
Μάριος Σε παρακαλώ, φύγε.
Γιάννης Γιατί; Δε θες παρέα;
Μάριος Δε θέλω τίποτα!
Γιάννης Καφεδάκι;
Μάριος Τίποτα!
Γιάννης Να στήσουμε καμιά πόκα;
Μάριος Για τ’ όνομα του Θεού!
Γιάννης Εντάξει. Τότε θα περιμένω εδώ.
Μάριος Ευχαριστώ.

Ο Γιάννης απομακρύνεται απ’ το Μάριο. Μετά από λίγο αρχίζει να σφυρίζει το πένθιμο εμβατήριο

Μάριος Σφυρίζεις!
Γιάννης Ένα απ’ τα ταλέντα μου. Εσύ δε μπορείς;
Μάριος Σε παρακαλώ. Μη σφυρίζεις.
Γιάννης Είναι πολύ χαλαρωτικό. Το σφύριγμα.
Μάριος Όχι για μένα.
Γιάννης Θες ν’ αλλάξω τόνο;
Μάριος Θα προτιμούσα να σταματήσεις. Εντελώς.
Γιάννης Νομίζω είπαμε αρκετά.
Μάριος Ευχαριστώ

Ο Γιάννης αρχίζει να μουρμουρίζει ένα σκοπό από Μπετόβεν

Μάριος Δε το πιστεύω.
Γιάννης Τι έγινε πάλι;
Μάριος Μουρμουρίζεις.
Γιάννης Πρώτ’ απ’ όλα δε μουρμουρίζω. Τραγουδώ μπους – φερμέ. Κι έπειτα, δε σ’ αρέσει ο Μπετόβεν;
Μάριος Τρελαίνομαι όταν ακούω Μπετόβεν από τη Συμφωνική του Λονδίνου, άντε κι απ’ τη Ντόιτσε Γκράμοφον. Αλλά το ν’ ακούω Μπετόβεν με μουρμουρητό και μάλιστα φάλτσο, ε, αυτό πάει πολύ.
Γιάννης Μα, έβαλα τα δυνατά μου.
Μάριος Μάλλον δεν έφταναν.
Γιάννης Τότε να σκάσω. Αυτό θέλεις;
Μάριος Θα το εκτιμούσα δεόντως.
Γιάννης Απόλυτη σιωπή από και πέρα.
Μάριος Ευχαριστώ.
(Παύση)
Γιάννης Θες τσιγάρο;
Μάριος Το ’χω κόψει.
Γιάννης Πρόσφατα;
Μάριος Τρεις εβδομάδες, τέσσερις μέρες, επτά ώρες, αλλά, εδώ που τα λέμε, ποιος μετράει;
Γιάννης Δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα.
Μάριος Ποια;
Γιάννης Να κόψεις το τσιγάρο όταν περνάς μια τέτοια φάση.
Μάριος Τι φάση;
Γιάννης Μανιοκατάθλιψης!
(Μικρή Παύση)
Μάριος Δεν ήταν.
Γιάννης Πάρε ένα. Δε θα σε σκοτώσει το ένα και σίγουρα είναι λιγότερο επώδυνο απ’ το να πέσεις στο γκρεμό.
Μάριος Ευχαριστώ.
Γιάννης Με λίγη νικοτίνη.
Μάριος Έξυπνο!
Γιάννης 1.1 Mg μόνο. Ούτε καν αξίζει τον κόπο.
Μάριος Εσύ δε θα καπνίσεις;
Γιάννης Δεν καπνίζω. Ποτέ δεν κάπνισα. Απαίσια συνήθεια. Αλλά πάντα κουβαλάω ένα πακέτο για τις επείγοντες περιπτώσεις όπως η δική σου.
Μάριος Πολύ προνοητικό!
Γιάννης Έτσι νομίζω κι εγώ.
Μάριος Θα μου δώσεις φωτιά;
Γιάννης Δεν έχω.
Μάριος Συγγνώμη;
Γιάννης Δε θα το άντεχε η συνείδησή μου να μοιράζω έτσι απλόχερα καρκίνο των πνευμόνων!
Μάριος Δε το πιστεύω αυτό που μου συμβαίνει.
Γιάννης Δεν έχεις δει αυτά που γράφουν στα πακέτα; (Διαβάζει) Το κάπνισμα προκαλεί καρδιοαγγειακές παθήσεις. Αυτό το τσιγάρο θα μπορούσε να είναι το τελευταίο σου.
Μάριος Μ’ αρέσουν οι πιθανότητες!
Γιάννης (Διαβάζει) Μην καπνίζετε ενώ είστε έγκυος.
Μάριος Θα το ‘χω υπόψη μου.

Ο Μάριος ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του

Γιάννης Ωραίο ρολόι! Κρίμα να το καταστρέψεις. Ή θα διαλυθεί σε χιλιάδες μικρά μικρούλια κομματάκια, ή θα το φάει κάποιος απ’ τους διασώστες. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι είμαι από κείνους τους τύπους που θα ήθελαν να πάει ένα τόσο όμορφο ρολόι στα χέρια ενός ολότελα άγνωστου!

Ο Μάριος βγάζει το ρολόι του και το δίνει στον Γιάννη

Μάριος Πάρ’ το.
Γιάννης Μα είναι Timex!
Μάριος Ναι.
Γιάννης Μόνο το x είχα πιάσει προηγουμένως. Νόμιζα ότι ήταν Rolex. Κράτα το. Θα μπορέσεις έτσι να χρονομετρήσεις πόση ώρα θα περάσει μέχρι να έρθουν οι διασώστες. Ή μέχρι να τα τινάξεις τελείως. Εννοώ αφού πηδήξεις. Θα μπορέσουν λοιπόν οι συγγενείς σου να κάνουν μήνυση στην κυβέρνηση αν αργήσουν οι διασώστες.
Μάριος Δεν έχω συγγενείς.
Γιάννης Κι είναι λόγος αυτός για να αυτοκτονήσεις;
Μάριος Δεν είναι αυτός ο λόγος.
Γιάννης Τότε ποιος είναι;
Μάριος (ενοχλημένα) Είμαι ηθοποιός.
Γιάννης (γελώντας) Τι σόι απάντηση είναι αυτή; «Είμαι ηθοποιός»! Να πηδήξω ή να μην πηδήξω. Ιδού η απορία!
Μάριος Εντάξει, εντάξει. Είμαι αποτυχημένος ηθοποιός.
Γιάννης Όχι βέβαια. Καθόλου αποτυχημένος ηθοποιός! Σε αναγνώρισα από τη στιγμή που πάτησες το πόδι σου στο μπαρ.
Μάριος Με αναγνώρισες;
Γιάννης Εσύ δεν έπαιζες τον κακό στο «Παρά Πέντε»;
Μάριος Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που με αναγνωρίζει μετά από δέκα χρόνια.
Γιάννης Αλήθεια;
Μάριος Εκτός απ’ τον ατζέντη μου. Μόνο αυτός με αναγνωρίζει ακόμα. Τις περισσότερες φορές.
Γιάννης Ποτέ δε χάσαμε επεισόδιο. Καταστραφήκαμε όταν σταμάτησε η σειρά.
Μάριος Ποιοι;
Γιάννης Εγώ κι η γυναίκα μου. Ήταν μεγάλη φαν. Ο Φώτης ήταν ο αγαπημένος της.
Μάριος Τι μου λες;
Γιάννης Αλήθεια, το βρήκε ποτέ εκείνο το γαλλικό κλειδί;
Μάριος Ποιο κλειδί;
Γιάννης Πήγε μια φορά πίσω από έναν φράχτη να φέρει ένα γαλλικό κλειδί και δεν τον ξαναείδαμε ποτέ.
Μάριος Μάλλον δε θα το βρήκε ποτέ.
Γιάννης Ήταν στ’ αλήθεια τόσο βλάκας; Εννοώ βραδύνους!
Μάριος Ξέρεις, αυτό λέγεται ηθοποιία. Υποκριτική. Είναι κάτι που μερικοί από μας κάνουν. Όταν μας δίνεται η ευκαιρία.
Γιάννης Ήταν πολύ καλός.
Μάριος Υποθέτω ότι το κάνεις συχνά αυτό.
Γιάννης Ποιο αυτό;
Μάριος Το να προσπαθείς να αποτρέψεις ανθρώπους απ’ το ν’ αυτοκτονήσουν.
Γιάννης (περήφανα) Έχω μεγάλη επιτυχία μέχρι τώρα.
Μάριος Αλήθεια;
Γιάννης Ένας στους πέντε. Δεν είναι κι άσχημα, έ;
Μάριος Όχι, αλλά τι να πει κι ο ένας.
Γιάννης Ποιος ένας;
Μάριος Απ’ τους πέντε. Αυτός που πηδάει.
Γιάννης Εεεε, δεν κατάλαβες. Ανάποδα.
Μάριος Τι ανάποδα;
Γιάννης Ένας στους πέντε σώζεται. Οι άλλοι πηδάνε.
Μάριος Α!
Γιάννης Έχω ακόμα. Εννοώ ακόμα τελειοποιώ την τεχνική μου. Ξέρεις το θέμα είναι να βρεις τη σωστή τακτική. Εκεί στο μπαρ συναντάς λογής λογής κόσμο. Πρέπει να μάθεις πώς να μιλάς στον καθένα. Αλλιώς δεν επιζείς.
Μάριος Και τι θα γινόταν αν δεν ερχόμουν στο μπαρ πρώτα;
Γιάννης Πάντα έρχονται στο μπαρ πρώτα. Τους παίρνω χαμπάρι από μίλια μακριά. Κάθονται μόνοι τους, παίρνουν ποτό, μετά κι άλλο, κι άλλο, μέχρι να κλείσει το μαγαζί. Μετά, σιγά σιγά, με βήματα που σέρνονται, έρχονται εδώ για την τελική πράξη. Για το φινάλε.
Μάριος Με αναγνώρισες. Ακόμα δε μπορώ να το πιστέψω. Ξέρεις δε ξαναδούλεψα μετά το «Παρά Πέντε».
Γιάννης Αλήθεια;
Μάριος Πάρα πολλές δουλειές πριν το «Παρά Πέντε». Έπαιξα Βασιλιά Λιρ στο Εθνικό, Αρχαίο Δράμα στο Κρατικό, πολλές, πολλές δουλειές. Υπέροχοι ρόλοι, πριν αυτή η αναθεματισμένη σιγουριά μου χτυπήσει την πόρτα… τη σαπουνόπερα εννοώ. Το «Παρά Πέντε». (Μικρή Παύση) Δεν πίστευα ότι θα με αναγνώριζε κάποιος ξανά. (Μικρή Παύση) Σ’ ευχαριστώ.
Γιάννης Οι ντόπιοι ονόμασαν αυτό το μέρος «Καράβραχο». Από μένα φυσικά. Προς τιμή μου εξαιτίας όλων όσων έσωσα. Κάποτε λέγανε μάλιστα να φτιάξουν και μια πορσελάνινη πλάκα και να τη στήσουν εδώ.
Μάριος Ωραία.
Γιάννης Αλλά κόλλησε στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Μάριος Τους φάνηκε αντιαισθητικό;
Γιάννης Όχι. Φοβήθηκαν μη σκοντάψει κανείς και πέσει απ’ το γκρεμό.
Μάριος (Τείνει το χέρι του για χειραψία) Σ’ ευχαριστώ. Πώς να σε φωνάζω;
Γιάννης Γιάννη.
Μάριος Γιάννη Καρά;
Γιάννης Όχι! Πως σου ‘ρθε; Γιάννη Βλάχο. Έτσι με λένε. Γι αυτό έβγαλαν και το μέρος «Καράβραχο».
Μάριος (προβληματισμένος) Αχά!
Γιάννης Και το δικό σου;
Μάριος Τι το δικό μου;
Γιάννης Όνομα. Πως σε λένε;
Μάριος Μάριος.
Γιάννης Ωραίο όνομα για ηθοποιό.
Μάριος Αλήθεια;
Γιάννης Βέβαια. Ένα γνήσιο Ιταλικό όνομα.
Μάριος Ξέρεις κάνα ηθοποιό με το όνομα «Μάριος»;
Γιάννης Εεε, πάντα πρέπει να υπάρχει κάποιος για να κάνει την αρχή. Αν χρησιμοποιούσες κάποιο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο;
Μάριος Μα, αυτό είναι το καλλιτεχνικό μου ψευδώνυμο.
Γιάννης Τότε να χρησιμοποιείς το πραγματικό σου.
Μάριος Δε γίνεται. Είναι αντιθεατρικό.
Γιάννης Πως είναι;
Μάριος Λάμπρος Κωνσταντάρας.
Γιάννης Ναι, δίκιο έχεις. Καλά, άσ’ το. Ξέρεις τι παρατήρησα; Σα να ‘φτιαξε το κέφι σου. Άκου κι αυτό. Είναι καλό. Θα ξεραθείς στο γέλιο. Όταν πέσεις απ’ το βράχο ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που σου ‘ρχεται στο μυαλό;
Μάριος Άντε λέγε.
Γιάννης Ο κώλος σου (γελάει μόνος του). Δεν το ‘πιασες; Ο κώλος σου περνάει απ’ τα μυαλά σου καθώς σκας στο έδαφος (υστερικό γέλιο) ω Θεέ μου, καταπληκτικό ανέκδοτο.
Μάριος Το ‘χεις πει και σε άλλους εν δυνάμει αυτόχειρες;
Γιάννης Όχι, μόλις χθες το άκουσα. Δεν το ‘πα καλά;
Μάριος Καλά το ‘πες. Αλλά μην πουλήσεις και το μπαρ για να γίνεις κωμικός!
Γιάννης Επαγγελματική συμβουλή;
Μάριος (με έπαρση) Επαγγελματίας δεν είμαι; (ακόμα πιο πολύ) Είμαι ηθοποιός!
Γιάννης Φυσικά είσαι ηθοποιός.
Μάριος Παλιά έκαναν ουρές έξω απ’ το στούντιο για να με φωτογραφίσουν. Οι γυναίκες μου την πέφτανε καθημερινά. Μου στέλνανε κυλοττάκια, σουτιέν, ζαρτιέρες και όλα αυτά επειδή το πρόσωπό μου εμφανιζόταν στο χαζοκούτι κάθε Δευτέρα 10 – 11! Κι ούτε έπαιζε ρόλο που λέγαμε έναν σωρό βλακείες. Έναν σωρό ανοησίες. Όχι βέβαια. Και ξέρεις γιατί; Επειδή είμαστε σταρ! Τώρα; Τίποτα. (Μικρή Παύση) Θέλεις ένα αυτόγραφο;
Γιάννης Ορίστε;
Μάριος Σε παρακαλώ! Έχει περάσει τόσος καιρός…
Γιάννης Άντε καλά. Αν είναι να χαρείς! Έχεις στυλό;

(Ο Μάριος πάει να πιάσει το στυλό και το σημειωματάριο αλλά σταματά)

Μάριος Όχι.
Γιάννης Πετάγομαι μέχρι το μπαρ να πάρω κι έρχομαι.
Μάριος (λυπημένα) Ποτέ δε θα ξεχάσω τι έκανες για μένα!
Γιάννης (αβέβαιος) Θα είσαι εντάξει;
Μάριος (χαμογελάει αλλά λυπημένα) Μου έσωσες τη ζωή. Μ’ αναγνώρισες!
Γιάννης Έρχομαι σε δευτερόλεπτα.

(Ο Γιάννης βγαίνει, ο Μάριος κοιτάζει απλανώς. Παίρνει το σημειωματάριό του και βλέπει τι έχει γράψει. Σηκώνεται και περπατάει προς το γκρεμό με το σημειωματάριο στο χέρι. Το αφήνει κάτω και αρχίζει να απαγγέλλει με στόμφο. Έτσι δε βλέπει τη ΜΙΝΑ που μπαίνει. Το χέρι της σε γύψο)

Μάριος Καλέ φίλε, στο όνομα του Θεού συγκρατήσου,
Στο να σκάψεις τη σκόνη που εσωκλείεται εδώ.
Ευλογημένος όποιος ήσυχες αφήσει αυτές τις πέτρες,
Καταραμένος όμως όποιος ανακινήσει τα κόκαλά μου.
Μίνα Το ‘σκασες από τ’ άσυλο, έ;
Μάριος Είμαι ηθοποιός.
Μίνα Το σημείωμα είναι για μετά… αφού…
Μάριος Παρακαλώ;
Μίνα Δεν πρόκειται να πηδήξεις;
Μάριος Όχι.
Μίνα Ίσως θα ‘πρεπε. Είσαι απαίσιος ηθοποιός.
Μάριος Ευχαριστώ!
Μίνα Είσαι σε λάθος σημείο, αν θες να πηδήξεις. Εδώ είναι για αυτοκίνητα. Αν πηδήξεις από δω το πολύ πολύ να προσγειωθείς στον ύφαλο. Άντε να σπάσεις κάνα χέρι, κάνα πόδι, αλλά αυτό είναι όλο.
Μάριος Δεν πρόκειται να πηδήξω!
Μίνα Καλά, αλλά αν αλλάξεις γνώμη, το καλύτερο σημείο είναι από κει. (δείχνει προς τα δεξιά) Εδώ είναι ρηχά τα νερά. Δε θα κάνεις τίποτα. Δεν πας προς τα κει;
Μάριος Δεν πρόκειται να πηδήξω!
Μίνα Κατάθλιψη, έτσι;
Μάριος Αυτολύπηση θα ‘λεγα. Αυτό είναι όλο. Κι εγώ κατάθλιψη νόμιζα, αλλά μπα! Τώρα το συνειδητοποιώ.
Μίνα Όπως και να ‘χει καλύτερα να ξεμπερδεύεις. Δεν έχει νόημα να ‘ρχεσαι μέχρι εδώ και να μην κάνεις τίποτα.
Μάριος Άλλαξα γνώμη.
Μίνα Δε μπορείς. Αυτό είναι το περίεργο με την κατάθλιψη!
Μάριος Περίεργο;
Μίνα Ο ψυχίατρός μου λέει ότι πρόκειται περί χημικής αστάθειας. Άμα δεν πάρεις το σωστό κοκτέιλ φαρμάκων μπορεί να καταλήξεις με κομμένες τις φλέβες σου και… πάει. Εσύ τι παίρνεις;
Μάριος Τίποτα.
Μίνα Να ‘το! Είδες; Είναι θέμα χρόνου. Αργά ή γρήγορα θα την κάνεις. Άμα θες εγώ μπορώ να σε βοηθήσω. Να σε σπρώξω ας πιούμε ή…
Μάριος Μα δε θέλω να πεθάνω.
Μίνα Κατάλαβα! Κραυγή βοήθειας, έτσι; Δεν ωφελεί να πηδήξεις τότε. Πολύ επικίνδυνο. Τα χάπια είναι η καλύτερη λύση όταν υπάρχει κραυγή βοήθειας. Αλλά προσοχή! Όχι παρακεταμόλη! Κάνει πολλή εσωτερική ζημιά η παρακεταμόλη. Τα καλύτερα είναι τα υπνοστεντόν. Μ’ αυτά τουλάχιστον κοιμάσαι μια χαρά και αυτό είναι όλο.
Μάριος Σε βρίσκω εξπέρ!
Μίνα Κάποτε προσπάθησα να κρεμαστώ, αλλά δεν έκανα τον κόμπο καλά. Το μόνο που κατάφερα ήταν να κονομήσω ένα ωραίο σημάδι στο λαιμό. Για δυο μήνες φορούσα φουλάρι.
Μάριος Οδυνηρό!
Μίνα Καλά μου βγήκε. Την έκανα για τρεις βδομάδες απ’ το δικό μου και τα παιδιά.
Μάριος Παιδιά;
Μίνα Τέσσερα! Το πρώτο στα δεκαπέντε, ο πατέρας την πούλεψε! Δίδυμα στα δεκαεπτά, άρπα κόλλα πήδημα μέσα σ’ ένα μπαρ, ο πατέρας άγνωστος. Έχασα κι ένα, δηλαδή το ‘ριξα, τι να κάνω, ο τύπος ήταν παντρεμένος. Το τελευταίο πετάχτηκε πριν δυο μήνες, ο πατέρας μάλλον Ινδός ταξιτζής, πολύ μαύρο βγήκε το παιδί.
Μάριος Νόμιζα ότι είπες ότι ήσουν παντρεμένη.
Μίνα Ήμουν, αλλά σκοτώθηκε στο ψάρεμα. Του ‘ρθε το ξάρτι στο κεφάλι. Κρίμα. Ήταν πολύ καλός πατέρας.
Μάριος Αυτό λες φταίει για την κατάθλιψή σου;
Μίνα Μπα! Το σεξ φταίει.
Μάριος Για την κατάθλιψη;
Μίνα Οι γιατροί λένε πως είναι μετα – γενετικό! Αλλά τι ξέρουν κι αυτοί!
Μάριος Ε, κάτι παραπάνω θα ξέρουν!
Μίνα Να σου πω κάτι; Δεν είχα κανένα πρόβλημα μέχρι που πήγα σε γιατρό. Από τότε άρχισαν όλα μου τα προβλήματα. Και, ξέρεις, πήγα για δυο ράμματα στον καρπό. Ο χειρούργος με κοίταξε καχύποπτα και με έριξε στο ψυχιατρικό.
Μάριος Έκοψες τις φλέβες σου;
Μίνα Ατύχημα. Έφτιαχνα ένα θερμοκήπιο και κόπηκα.
Μάριος Γιατί δεν του το ‘πες;
Μίνα Δεν πρόλαβα! Του ‘δειξα τον καρπό μου, μουρμούρισε κατάθλιψη και το επόμενο πράγμα που μου συνέβη ήταν να βρεθώ στη ψυχιατρική πτέρυγα, ακούγοντας χαλαρωτικούς ήχους από φάλαινες, και να καταπίνω όλων των ειδών τα χρωματιστά χάπια.
Μάριος Και γιατί τα ‘παιρνες;
Μίνα Τα ‘θελα για τον άνδρα μου. Είχε μια ελαφριά μελαγχολία εξαιτίας μιας παροδικής σεξουαλικής ανικανότητας.
Μάριος Και;
Μίνα Και, ξέρεις, όλοι τους ήταν τόσο καλοί μαζί μου. Δεν ήθελα να τους στενοχωρήσω.
Μάριος Καλά, αλλά δε θα ‘πρεπε να παίρνεις τα χάπια.
Μίνα Πας καλά; 25€ κόστισαν! Κι εγώ θα τα πετάξω; Α πα πα πα πα!
Μάριος Είσαι τρελή!
Μίνα Τώρα, ναι! Με χαρτί! Μανιοκαταθλιπτική συγκεκριμένα. Επίσημα πράγματα! Γραμμένα, όχι λόγια του αέρα! Τη μια είμαι μια χαρά την άλλη πέφτω.
Μάριος Κι εγώ το παθαίνω καμιά φορά.
Μίνα Φυσικά το παθαίνεις αφού είσαι καταθλιπτικός.
Μάριος Όχι βέβαια, απλά πέφτω καμιά φορά.
Μίνα Κοιμάσαι κανονικά;
Μάριος Όχι, τελευταία.
Μίνα Τρως κανονικά;
Μάριος Δε μπορώ να θυμηθώ πότε έφαγα σωστά τελευταία φορά.
Μίνα Σου σηκώνεται;
Μάριος Δε δοκίμασα, αλλά δε μ’ ενοχλεί!
Μίνα «Δε μ’ ενοχλεί»! Κλασσική απάντηση καταθλιπτικού. Είσαι σίγουρα καταθλιπτικός. Μπορεί και μανιοκαταθλιπτικός!
Μάριος Εντάξει, εντάξει. Το παραδέχομαι. Ήμουν καταθλιπτικός μέχρι που γνώρισα το Βλάχο.
Μίνα Καταπληκτικός, έ;
Μάριος Τον ξέρεις;
Μίνα Ποιος δε το ξέρει; Ειδικά σ’ εκείνη τη σκηνή που βίαζε τη Λάσκαρη! Ο καλύτερος κακός του κινηματογράφου. Μετά βέβαια το Δήμο Σταρένιο!
Μάριος Όχι τον Ανέστη Βλάχο! Το Γιάννη Βλάχο. Αυτόν που έχει το μπαρ!
Μίνα Δεν πάω σε μπαρ. Το αλκοόλ είναι κατευναστικό.
Μάριος Θα πρέπει να του μιλήσεις. Θα μπορούσε να σε βοηθήσει.
Μίνα Δε χρειάζομαι βοήθεια. Εδώ ήρθα μόνο και μόνο επειδή ο γύψος μου βγαίνει αύριο. Έλεγα να πάω για κάνα πόδι αυτή τη φορά. Αρχίζει και μ’ αρέσει η ιδέα της πατερίτσας! Είδα και κάτι κομψές τις προάλλες! Ξέρεις, ασημί με μαύρο! Μούρλια!
Μάριος Δηλαδή, θα πηδήξεις;
Μίνα Ναι, αλλά εδώ. Εδώ είναι καλά. Θα πέσω στον ύφαλο. Ξέρω καλέ τι κάνω!
Μάριος Σε παρακαλώ, μην πηδήξεις.
Μίνα Γιατί, θες να περάσεις πρώτος;
Μάριος Δε μπορώ.
Μίνα Είσαι αδελφή;
Μάριος Όχι.
Μίνα Οι πιο πολλοί από σας είναι. Οι ηθοποιοί! Έτσι δεν είναι;
Μάριος Όχι περισσότερο απ’ τους τροχονόμους. Νομίζω.
Μίνα Τους τροχονόμους; Λόγω στολής, έ; Τη βρίσκουν;
Μάριος Δεν εννοούσα αυτό.
(Μικρή Παύση)
Μίνα Θες να πηδηχτούμε;
Μάριος Όχι.
Μίνα Άρα είσαι αδελφή.
Μάριος Δεν είμαι, είπαμε.
Μίνα Δε με γουστάρεις;
Μάριος Όχι.
Μίνα Ξέρεις, δεν είναι ντροπή να είσαι ομοφυλόφιλος στις μέρες μας. Στην Αθήνα είναι σχεδόν υποχρεωτικό. Αυτό μπορεί να είναι το πρόβλημά σου. Πρέπει να αποδεχτείς τον εαυτό σου. Θα αισθανθείς πολύ καλύτερα. Είναι, προφανώς, πολύ βαθιά θαμμένο μέσα στο υποσυνείδητό σου.
Μάριος Γιατί κάθομαι και σ’ ακούω. Είσαι τρελή.
Μίνα Ο τελευταίος τύπος που την έκανε από δω ήταν ομοφυλόφιλος.
Μάριος Δε θέλω να ξέρω.
Μίνα Είχε σπάσει και τα δυο του πόδια. Αλλά δε νομίζω να ήταν τροχονόμος.
Μάριος Είσαι τρελή.
Μίνα Δε θα είσαι δα και ο πρώτος ηθοποιός που πηδάει από δω. Έχουν περάσει…
Μάριος Δεν πρόκειται να πηδήξω.
Μίνα Είχα γνωρίσει έναν τύπο… να δεις που έπαιζε, που έπαιζε… Ααα! Ναι! Στο Καφέ της Χαράς! Αυτός λοιπόν που λες την είχε κάνει από δω μια φορά.
Μάριος Θα ήταν έκπληξη αν την είχε κάνει δυο φορές!
Μίνα Τον άλλαξαν μια βδομάδα μετά. Καλά, καμία σχέση με τον πρώτο. Καλέ, εκείνος ήταν κούκλος! Το κάνουν συχνά αυτό, έ;
Μάριος Πολύ τηλεόραση δε βλέπεις;
Μίνα Συνέχεια. Δεν κλείνει ποτέ. Αλλά εσένα δε σ’ έχω δει ποτέ. Δε θα πρέπει να είσαι καλός.
Μάριος Έπαιζα στο «Παρά Πέντε».
Μίνα Έτσι εξηγείται η κατάθλιψη.
Μάριος Έχω κατάθλιψη γιατί δεν έχω ξαναδουλέψει από τότε.
Μίνα Τουλάχιστον, τώρα παραδέχεσαι ότι έχεις κατάθλιψη. Εμένα μου πήρε αιώνες να το παραδεχτώ!
Μάριος Προσπάθησες ποτέ ν’ αυτοκτονήσεις στ’ αλήθεια;
Μίνα Κάποτε είχα ξαπλώσει σε σιδηροδρομικές ράγες για κάνα τρίωρο.
Μάριος Και;
Μίνα Πρώτα είχα σιγουρευτεί ότι είχαν απεργία εκείνη τη μέρα. Κραυγή βοήθειας, βλέπεις. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε σένα και μένα. Εσύ θέλεις να πεθάνεις, ενώ εγώ θέλω στοργή και προδέρμ.
Μάριος Κανείς δε θέλει να πεθάνει.
Μίνα Ξέρεις, κανείς δεν έρχεται εδώ για να μάθει πώς να πετάει.
Μάριος Όχι.
Μίνα Είναι πολύ δύσκολο, δε νομίζεις; Να πέσεις στο γκρεμό. Και δε μπορείς ν’ αλλάξεις γνώμη στα μισά.
Μάριος Λιποθυμάς. Καθώς πέφτεις. Δε νιώθεις τίποτα.
Μίνα Δεν είναι εύκολο, έ; Το να αυτοκτονήσεις.
Μάριος Κάποτε ήταν αδίκημα, ξέρεις.
Μίνα Αλλά, υποθέτω, δεν είχε νόημα να μηνύσεις το πτώμα.
Μάριος Όχι. Αν πέθαινες, όλα καλά. Αλλά αν επιζούσες, άστα να πάνε.
Μίνα Κλασσικά. Όταν είσαι στο τελευταίο σκαλοπάτι σου δίνουν και τη χαριστική βολή. Η ζωή είναι πολύ σκληρή. Δε νομίζεις;
Μάριος Έχω οντισιόν για μια διαφήμιση αύριο. Κάποιο δημητριακό με καρύδια και φρούτα. Το πιο πιθανό είναι να μη την πάρω τη δουλειά. Δε τα καταφέρνω με σκίουρους. Αυτό πρέπει να κάνω. Το σκίουρο!
Μίνα Εγώ κάνω καλά το βάτραχο.
Μάριος Καλύτερα να πηγαίνω. Θα χάσω το τρένο αλλιώς.
Μίνα Έχεις σκοπό ν’ ανεβείς σ’ αυτό ή να στηθείς μπροστά του;
Μάριος Ποιος ξέρει;
Μίνα Μη ξεχάσεις να φωνάξεις «Τζερόνιμο». Δε ξέρω γιατί, αλλά βοηθάει.
Μάριος Θα το ‘χω υπ’ όψιν.

(Ο Μάριος βγαίνει από δεξιά)
Μίνα (του φωνάζει) Καλή τύχη! (παύση) Ορεβουάρ! (παύση)
Καλό ταξίδι
Μάριος (φωνή απ’ έξω ενώ “ σβήνει”) ΤΖΕΡΟΝΙΜΟΟΟ!!!
(Παύση)

Μίνα (πάει στην άκρη και κοιτάει) Πολυλογάς ο τύπος. Αλλά καλό πέσιμο. Καθαρό. Ούτε ύφαλα, ούτε τίποτα. Τέλειο. (σηκώνει το σημειωματάριο και το στυλό και γράφει κάτι. Μετά το διαβάζει) «Αντίο». Ορίστε. Αυτό τα λέει όλα. (συμπληρώνει κάτι και διαβάζει) «Φιλιά πολλά». Ωραία πινελιά!

(Τ’ αφήνει όλα κάτω και προχωρά στην άκρη. Μπαίνει ο Γιάννης)

Γιάννης Που ‘ν’ τος;
Μίνα Ποιος;
Γιάννης Ο ηθοποιός!
Μίνα Πήδηξε.
Γιάννης Μα έφερα το στυλό!
Μίνα Δε νομίζω να του χρειαστεί τώρα. Αλλά δυο λεπτά. Το ρεύμα έρχεται προς τα δω τώρα. Άρα θα επιπλέει από κάτω μας αυτή τη στιγμή. Γιατί δε του το πετάς;
Γιάννης Τι του ‘ρθε και πήδηξε ρε γαμώτο;
Μίνα Ήταν καταθλιπτικός.
Γιάννης Ο τρίτος αυτή τη βδομάδα.
Μίνα Αρκετοί.
Γιάννης Δε μπορείς να τους βοηθάς όλους!
Μίνα Περίεργος τύπος. Είχε την εντύπωση ότι όλοι οι τροχονόμοι είναι αδελφές!
Γιάννης Έπαιζε στο «Παρά Πέντε».
Μίνα Ναι, μου το ‘πε.
Γιάννης Χαράμιζε το ταλέντο του.
Μίνα Ποιο ταλέντο του μωρέ; Το έπιασα ν’ απαγγέλλει Σέξπιρ. Πολύ χάλια.
Γιάννης Ξέρεις απ’ αυτά, έ;
Μίνα Τέλειωσα το Θέατρο Τέχνης. Έχω Μ. Α. στην υποκριτική.
Γιάννης Μάστερ στην υποκριτική; Εντυπωσιακό!
Μίνα Μ. Α. Είμαι ψυχαναγκαστική ψεύτρα.
Γιάννης Αλήθεια;
Μίνα Καλά, αυτό δεν είπα;
Γιάννης Ναι, αλλά αλήθεια έλεγες;
Μίνα Δεν ξέρω. Ποτέ δε ξεχωρίζω την αλήθεια απ’ το ψέμα. Ο γιατρός μου λέει ότι είναι εξ αιτίας του γάλακτος. Βλέπεις, ως μωρό, τρεφόμουν αποκλειστικά με μπουκάλι. Δεν έπιασα ποτέ στήθος. Η μαμά μου είχε το λεγόμενο πυρετό του στήθους. Επίσης είχε μικρές ρόγες. Τόσο μικρές, όσο οι μύτες κουταβιών!

Γιάννης Μου λες αλήθεια;
Μίνα Όχι, το επινόησα. Συγγνώμη, δε μπορώ να ξεφύγω απ’ αυτό.
Γιάννης Σκέφτεσαι να πηδήξεις;
Μίνα Γιατί;
Γιάννης Δεν κατάφερα ούτε έναν να σώσω αυτή την εβδομάδα. Να σου πω την αλήθεια, αρχίζει και με ρίχνει.
Μίνα Είσαι ο τύπος απ’ το μπαρ;
Γιάννης Ναι.
Μίνα Πως το λένε;
Γιάννης
Μίνα Δεν είναι πολύ πρωτότυπο!
Γιάννης Ούτε πολύ γεμάτο! Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχω σταθερή πελατεία. Μόνο περαστικούς.
Μίνα Κι αυτοί, μετά από σένα έρχονται κατ’ ευθείαν εδώ, σωστά;
Γιάννης Ακριβώς.
Μίνα Εδώ που τα λέμε, δεν είναι και το καλύτερο μέρος για μπαρ.
Γιάννης Ήταν ιδέα της γυναίκας μου. Ήθελε μπαρ στην εξοχή. Όλα μας τα λεφτά εδώ τα ρίξαμε. Καταστραφήκαμε.
Μίνα Μη σκας. Λεφτά είναι. Τουλάχιστον έχετε ο ένας τον άλλον.
Γιάννης Εμένα μου λες; Τα έχει με τον πλασιέ που φέρνει το τουρσί και τις ελιές.
Μίνα Πως το ξέρεις;
Γιάννης Το κατάλαβα από τότε που χρησιμοποιούσε απίστευτες ποσότητες σαπουνιού λεβάντας, για να κρύψει τη μυρωδιά απ’ το ξύδι.
Μίνα Ξέρει, ότι ξέρεις; Της μίλησες;
Γιάννης Δε μιλάμε. Ένας απ’ τους λόγους που ήρθα εδώ. Είναι πιο εύκολο να μιλάς σε ξένους.
Μίνα Είναι η πρώτη φορά που κάνει δεσμό;
Γιάννης Ήταν παντρεμένη όταν τη γνώρισα. Έπρεπε να το είχα καταλάβει από τότε. Δεν υπάρχουν και πολλές γυναίκες που επιτρέπουν πλήρη σαρκική επαφή στο πρώτο ραντεβού. Και με γαριδάκια κι ένα πακέτο κριτσίνια με κρεμμύδι για κέρασμα!
Μίνα Δε μ’ αρέσουν τα κριτσίνια με κρεμμύδι.
Γιάννης Είσαι παντρεμένη;
Μίνα Χωρισμένη. Μπήκα σπίτι μια μέρα και τον έπιασα να φοράει τις κάλτσες μου με τη σιλικόνη, τις ζαρτιέρες μου, το κυλοττάκι μου, το σουτιέν μου κι ένα ζευγάρι ψηλές, σαδο – μαζο, μπότες που έχω. Είχα. Τώρα ζει κάπου στη Θεσσαλονίκη με ηθοποιό.
Γιάννης Όμορφη;
Μίνα Έτσι κι έτσι. Τον λένε Πέτρο.
Γιάννης Τον πρώην άντρα σου;
Μίνα Όχι. Τον τύπο που συζεί μαζί.
Γιάννης Ω! Συγγνώμη.
Μίνα Ξέρεις, δε θα με πείραζε τόσο αν τον είχα πιάσει με γυναίκα.
Γιάννης Παιδιά;
Μίνα Όχι. Ωαγωγοί… (ο Γιάννης δεν καταλαβαίνει)Σάλπιγγες. Βουλωμένες. Έχω γλιτώσει μια περιουσία… (ο Γιάννης δεν καταλαβαίνει) Αντισύλληψη.
Γιάννης Κάθε ουρανός έχει τα δικά του σύννεφα!
Μίνα Φαίνεσαι τελείως μπαϊλντισμένος.
Γιάννης (πλησιάζοντας στην άκρη) Η θάλασσα φαίνεται πολύ όμορφη από δω πάνω.
Μίνα Μπα! Αποχετευτικό δίκτυο σε φυσική κατάσταση. Αν επιζήσεις απ’ την πτώση, το πιο πιθανό είναι να πας από γαστρεντερίτιδα.
Γιάννης Σκέφτεσαι να πηδήξεις;
Μίνα Γιατί; Ες να με σώσεις;
Γιάννης Τουλάχιστον θα προσπαθήσω.
Μίνα Εντάξει. Άρχισε κι εγώ θα σε ενθαρρύνω.
Γιάννης Σε παρακαλώ, μην πηδήξεις.
Μίνα Τι ήταν αυτό; Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις;
Γιάννης Δεν πιάνει διότι έχουμε ήδη γνωριστεί.
Μίνα Ας ξαναγνωριστούμε τότε.
Γιάννης Μπα, δε θα πιάσει.
Μίνα Φυσικά θα πιάσει. Είμαι σχιζοφρενής. Ούτε καν θα καταλάβεις ότι εγώ είμαι εγώ.
Γιάννης Εντάξει τότε. (Ο Γιάννης κάνει μεταβολή και πάει να φύγει, μετά ξανακάνει κι έρχεται μπροστά της) Ωραία είναι εδώ, τι λέτε;
Μίνα Άντε γαμήσου.
Γιάννης Παρακαλώ;
Μίνα Κουφός είσαι;
Γιάννης Όχι.
Μίνα Τότε, άντε γαμήσου.
Γιάννης Νομίζω ότι προτιμώ τον προηγούμενό σου εαυτό.
Μίνα Γνωριζόμαστε;
Γιάννης Είμαι ο Γιάννης.
Μίνα Δεν του μοιάζεις.
Γιάννης Ο Γιάννης από το μπαρ.
Μίνα Και τώρα το παράτησες;
Γιάννης Όχι, αλλά λέω να παρατήσω εσένα
Μίνα Δε μ’ αγαπάς πια;
Γιάννης Τι;
Μίνα Ξέρεις, μπορώ να σε μηνύσω για αθέτηση υπόσχεσης.
Γιάννης Δε σου υποσχέθηκα τίποτα.
Μίνα Όλοι ίδιοι είστε. Άντρες. Ώρες ώρες, χαίρομαι που είμαι λεσβία.
Γιάννης Τι είσαι;
Μίνα Τετάρτη δεν είναι;
Γιάννης Όχι. Παρασκευή.
Μίνα Τότε δεν είμαι. Λεσβία είμαι μόνο τις τετάρτες.
Γιάννης Τώρα, μπερδεύτηκα.
Μίνα Εγώ μπερδεύομαι τις Κυριακές. Τις Δευτέρες παίζω βόλεϊ.
Γιάννης Είσαι τρελή.
Μίνα Εσύ ήθελες να παίξουμε αυτό το ηλίθιο παιχνίδι.
Γιάννης Να σου πω, καλύτερα να πηδήξεις. Δεν αξίζεις να σωθείς.
Μίνα Μπορεί να είμαι τρελή, αλλά όχι τόσο για να πηδήξω. Έχω και την οικογένεια μου να σκεφτώ.
Γιάννης Νόμιζα ότι μου είπες ότι δε μπορείς να κάνεις παιδιά.
Μίνα Αυτό το είπε η άλλη. Εγώ είμαι μια χαρά.
Γιάννης Μια χαρά; Μ’ αυτό που έχεις για μυαλό;
Μίνα Δε μου λες, με δουλεύεις;
Γιάννης Δε θα τολμούσα.
Μίνα Πρόσεξε! Είμαι γνωστή για τις ψυχοπαθολογικές προδιαθέσεις μου.
Γιάννης Φαίνεσαι λιγάκι επιθετική.
Μίνα Επιθετική; Αυτή είναι η καλή μου η πλευρά. Που να με δεις κι επιθετική! Αλλά τι σου λέω; Θα το καταλάβεις.
Γιάννης Πως;
Μίνα Όταν θα νιώσεις τα δόντια μου πάνω στους γεννητικούς σου αδένες.
Γιάννης Στους ποιους;
Μίνα Στ’ αρχίδια σου!
Γιάννης Νομίζω ότι σε προτιμώ αλλιώς.
Μίνα Ο ψυχαναλυτής μου λέει ότι έχω μια βαθιά αποστροφή στο στοματικό έρωτα, η οποία με σπρώχνει να επιτεθώ στα… μαλακά μέρη του άντρα.
Γιάννης Αλήθεια;
Μίνα Εσύ πας σε ψυχαναλυτή;
Γιάννης Όχι ακόμα.
Μίνα Α! Να πας. Να πας.
Γιάννης Πάντως εσένα δε φαίνεται να σου ‘χει κάνει τίποτα.
Μίνα Έπρεπε να με ‘βλεπες πριν βρω τον εαυτό μου. Τον αληθινό εαυτό μου.
Γιάννης Δηλαδή, τώρα είσαι αληθινή;
Μίνα Πάντως οπτασία δεν είμαι. Έλα. Άγγιξέ με. Δε θα σπάσω.

(Ο Γιάννης πλησιάζει και την αγγίζει)

Μίνα Βιασμός! ΒΙΑΣΜΟΣ! Βοήθεια γειτόνοι, με σκοτώνει!
Γιάννης (πανικόβλητος) Δε σ΄ ακούμπησα. Δηλαδή, σ’ ακούμπησα, αλλά δε σε άγγιξα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ τώρα. Είναι που εγώ…
Μίνα Ηρέμησε. Αστυνομικός είμαι. Για πρόληψη το ‘κανα.
Γιάννης Δηλαδή καλά έκανα που ανησύχησα.
Μίνα Η πρόληψη είναι καλύτερη απ’ τη θεραπεία, έτσι δε λένε;
Γιάννης Στην περίπτωσή σου δεν είμαι τόσο σίγουρος.
Μίνα Υποτίθεται ότι πρέπει να είσαι καλός μαζί μου, αν βέβαια έχεις την πρόθεση να με αποτρέψεις απ’ το να πηδήξω.
Γιάννης Έτσι όπως νιώθω τώρα, μάλλον μαζί θα πηδήξουμε.
Μίνα Δε χρειάζομαι ενθάρρυνση!
Γιάννης Συγγνώμη. Είναι αυτή η ιστορία με τον πλασιέ.
Μίνα Κι άλλη λεβάντα, έ;
Γιάννης Μ’ έχουν φτάσει στο αμήν. Και οι δυο τους.
Μίνα Εγώ λέω ότι χρειάζεσαι βοήθεια, αφού αισθάνεσαι τόσο άσχημα.
Γιάννης Το σημειωματάριό σου είναι αυτό εκεί κάτω;
Μίνα Όχι. Ήταν του φίλου σου του ηθοποιού.

(Ο Γιάννης το σηκώνει και διαβάζει)

Γιάννης «Αντίο. Φιλιά πολλά».
Μίνα Λιτό και περιεκτικό, δε νομίζεις;
Γιάννης Λιγομίλητος ο ηθοποιός μας.
Μίνα Ποτέ δε θα ξεχάσω το τελευταίο πράγμα που είπε.
Γιάννης Και ποιο ήταν αυτό;
Μίνα «ΤΖΕΡΟΝΙΜΟΟΟΟ»
Γιάννης Σταμάτα, δεν είναι αστείο.
Μίνα Πρέπει να γελάσουμε. Το ‘χουμε ανάγκη. Δε νομίζεις; Αλλιώς θα τρελαθούμε.
Γιάννης Τότε είναι πολύ αργά για σένα
Μίνα Πάρα πολύ αργά. (Η Μίνα περπατάει προς το γκρεμό) Θα σε δω απέναντι.
Γιάννης Σταμάτα!
Μίνα Γιατί;
Γιάννης Δε μπορείς να πηδήξεις!
Μίνα Γιατί όχι;
Γιάννης Κι εγώ;
Μίνα Συγγνώμη, ήθελες να περάσεις πρώτος;
Γιάννης Δε γίνεται να χάσω δυο σε μια μέρα.
Μίνα Γιατί;
Γιάννης Γιατί… γιατί… θα καταστρέψει το μέσο όρο μου, για αρχή.
Μίνα Λιγάκι εγωιστικό ακούγεται.
Γιάννης Δε μπορείς να πηδήξεις αύριο;
Μίνα Μπορεί να μη θέλω να πηδήξω αύριο.
Γιάννης Δε θα το μάθεις ποτέ, αν πηδήξεις τώρα.
Μίνα Σωστό.
Γιάννης Μπορεί να είσαι ευτυχισμένη αύριο.
Μίνα Λες;
Γιάννης Είναι πιθανό!
Μίνα Ναι αλλά, αν δεν είμαι, τότε θα ‘χω χάσει μια ολόκληρη μέρα.
Γιάννης Δε θα ‘χεις χάσει τίποτα. Αλήθεια, με βοήθησες πολύ.
Μίνα Πως;
Γιάννης Μου ‘δωσες ώμο να κλάψω, που λένε.
Μίνα Ναι, αλλά δεν έκλαψες.
Γιάννης Μπορεί και να κλάψω.
Μίνα Ποτέ δε μου ‘χουν φερθεί έτσι.
Γιάννης Έλα πιο μέσα σε παρακαλώ. Φύγε απ’ την άκρη. Σε παρακαλώ.
Μίνα Άντε άρχισε.
Γιάννης Τι πράγμα;
Μίνα Να κλαις.
Γιάννης Δε μπορώ.
Μίνα Γιατί όχι;
Γιάννης Δε μου ‘ρχεται κάτι λυπητερό για να κλάψω.
Μίνα Δε σου ‘ρχεται; Η γυναίκα σου πηδιέται με τον πλασιέ που φέρνει το τουρσί και τις ελιές, η επιχείρησή σου πάει κατά διαόλου, ζεις στην άκρη του πουθενά, σου πεθαίνουν τουλάχιστον τρεις τη βδομάδα, μόλις πριν από λίγο, στην ουσία, έπεισες έναν ταλαντούχο ηθοποιό να αυτοκτονήσει και κάθεσαι και μου λες ότι δε σου ‘ρχεται κάτι λυπητερό για να κλάψεις. Τι άλλο θέλεις, πια;
Γιάννης Έχεις δίκιο.

(Ο Γιάννης αρχίζει να κλαίει. Ψεύτικα)

Μίνα Αυτό δεν είναι και τόσο πειστικό.
Γιάννης Προσπαθώ, προσπαθώ.
Μίνα Εντάξει, εντάξει. Δε θα πηδήξω.
Γιάννης Υπόσχεσαι;
Μίνα Υπόσχομαι.
Γιάννης Ωραία. Πιάνει κάθε φορά.
Μίνα Τι πιάνει;
Γιάννης Αυτή ιστορία με το κλάμα. Όταν όλα τ’ άλλα αποτύχουν ξεσπάω σε δάκρυα. Ακόμα και τον Καρυωτάκη θα μπορούσα ν’ αποτρέψω.
Μίνα Είσαι καλός σ’ αυτό, έ;
Γιάννης Είναι θέμα να βρεις τον κατάλληλο τρόπο προσέγγισης.
Μίνα Πρέπει να φεύγω…
Γιάννης Δε έχεις σκοπό να…
Μίνα Όχι. Μην ανησυχείς. Όχι σήμερα, τουλάχιστον.
Γιάννης Σ’ ευχαριστώ. Δε νομίζω ότι θα μπορούσα ν’ αντέξω δυο σε μια μέρα.
Μίνα Πρέπει να φεύγω. Κλείνουν την πόρτα στις πέντε. Στην κλινική. Έτσι κρατάνε όλους τους τρελάρες έξω.
Γιάννης Θα σε δω αύριο;
Μίνα Θα πρέπει να βρεις καινούριο τρόπο προσέγγισης. Δε θα την πατήσω ξανά μ’ αυτόν!
Γιάννης Να ‘σαι σίγουρη. (Η Μίνα φεύγει, ο Γιάννης της φωνάζει) Στις τρεις. Τρεις κλείνουμε. Θα σε περιμένω στο κλείσιμο.
Μίνα (απέξω, ενώ η φωνή της “σβήνει”) ΤΖΕΡΟΝΙΜΟΟΟ!
Γιάννης Ηλίθια! Μαλακισμένη! (ο Γιάννης σηκώνει το στυλό και το σημειωματάριο, σκίζει τη σελίδα και την πετάει στο πάτωμα. Γράφει κάτι δικό του, αφήνει το στυλό και το σημειωματάριο και περπατάει μέχρι την άκρη του γκρεμού. Κοιτάζει κάτω, γυρνάει στο κοινό και:) Πως τον είπαμε αυτόν το μαλάκα τον Ινδιάνο;

(ΣΚΟΤΑΔΙ)



ΤΕΛΟΣ




08/03/2008
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΡΑΜΕΥΣ
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
ΕΚΔ. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2004

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
14 Ιουλίου 2003. Καλοκαίρι. Ένας άνδρας επιστρέφει στον τόπο που μέχρι τότε ζούσε. Στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Όχι στον γενέθλιο τόπο του. Οι κολασμένοι δεν έχουν γενέθλιο τόπο. Σέρνουν το κουφάρι τους δώθε κείθε, μέχρι κάποτε να τους κάνει τη χάρη ο Απόλυτος Άρχων. Στην περίπτωση του ήρωα του βιβλίου, ή μάλλον του αντιήρωα αυτή η μέρα αργεί.
Εικόνες, πολλές εικόνες της αποσάθρωσης, του τέλματος, της απελπισίας: «Το τρένο σφύριξε για τελευταία φορά και οι μεγάλες ενωμένες ρόδες άρχισαν να γλιστράνε με κόπο στις ράγες. Έκλεισα το κουρτινάκι του παράθυρου σβήνοντας απ’ τη μνήμη μου το γκρίζο σταθμό και μαζί μ’ αυτόν όλο τον κόσμο.
Σκέψεις οργής, καθώς το τρένο έφτανε στον προορισμό του. Δρόμοι μικροί, βρώμικοι, άνθρωποι από παντού τρέχουν, αγχώνονται, ποδοπατούνται. Βιάζονται να προλάβουν την πεμπτουσία της δημιουργίας. Στύλοι της ΔΕΗ που περνούν δίπλα μου. Μικρά τερατουργήματα. Καρφιά, λασπωμένα παπούτσια, μάσκες θανάτου, αηδιαστικά βότσαλα, βουνά κρύα κι απροσπέλαστα, άνθρωποι ξένοι, εχθρικοί, με στολές ή χωρίς, με φτυάρια, με τσάπες, με τσουγκράνες, αγελάδες που μουγκανίζουν ευτυχισμένες τρώγοντας το βρώμικο χορτάρι. Καλύβια, αχυρόσπιτα, κεραίες τηλεόρασης, ξυπόλητα, άθλια κουτσούβελα, γέφυρες, το τρένο σφυρίζει πολλές φορές. Αναμονή. Σταθμός Θεσσαλονίκης. 14 Ιουλίου, 2003.»

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
Καληνύχτα μωρό μου, εσύ είσαι το άσπρο που ιριδίζει, εσύ τα ξέρεις όλα, και την πιο κρυμμένη ακρούλα, όχι άγγελέ μου, κοιμήσου, κοιμήσου κι εγώ θα έρθω στα όνειρά σου, πουθενά αλλού δε μπορώ να έρθω, είμαι μικρή, είμαι αδύναμη, αλλά τόσο δυνατή όταν νιώθω ότι με κοιτάς, μη με κοιτάς, με τρυπάς, χάνομαι, λιποθυμώ, κάνω μέρες να σου τηλεφωνήσω, βδομάδες, νιώθω το κακό να με τυλίγει, εμείς οι δυο, τίποτα δε θα μπορέσει να βγει από μας τους δυο, άγγελέ μου, θα σε φώναζα με τ’ όνομα της μάνας σου, αλλά δε μου ανήκεις, είσαι δικός μου, ποτέ κανείς δε θα σε πάρει από μένα, μη φεύγεις, σκέπασέ με, κρυώνω και οι δρόμοι αδειανοί, έλα μου, έλα κοντά μου, παίξε μου κάτι, δεν είσαι τίποτα, είσαι τα πάντα, σκέπασέ με και μετά κάθισε να μου λες παραμύθια, κάτσε γλυκέ μου, μια νύχτα ακόμη κι έπειτα, έπειτα άλλη μια, ψάχνω σπίτι, έλα να το στοιχειώσεις, να μπεις στους τοίχους, να τους χαϊδεύω κάθε βράδυ, θα βάζω το αγαπημένο σου κομμάτι,



ΑΝΤΡΑΣ
δεν έχω αγαπημένο κομμάτι, το αγαπημένο μου κομμάτι είσαι εσύ,
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
θέλω μόνο να κοιμάμαι μαζί σου όπως τότε, σ’ εκείνο το άθλιο ξενοδοχείο, ποιος θυμάται πως βρεθήκαμε μαζί, εσύ να κοιμάσαι κι εγώ να σε χαζεύω όλο το βράδυ, στην αρχή μπρούμυτα, μακριά μου και μετά αγκαλιά μου, αγκαλιά μου μόνη, να με σφίγγεις, κρυώνω, κράτα με, ήτανε Αύγουστος κι εμείς σκεπασμένοι ο ένας με το κορμί του άλλου,
ΑΝΤΡΑΣ
μικρέ μου Γολιάθ μου ψιθύρισες, είσαι χαμένος από χέρι,
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
Γλυκέ μου γύρισες, γιατί λείπεις, γιατί μ’ αφήνεις χρόνια, πολλά χρόνια περίμενα, κρυώνω, πάλι κρυώνω, έλα πάρε με, το χώμα είναι βαρύ, κρύο και οι δρόμοι ποτάμια λάσπης, σε περίμενα, σε περιμένω, γιατί είσαι μόνος, γιατί είμαι μόνη, βάλε μου λίγο κρασί, όταν βγαίνω στη σκηνή θέλω να βλέπω τα μάτια σου, δε μπορώ να παίξω χωρίς να βλέπω τα μάτια σου, σ’ αγαπώ κι ας μη το λέω, το κόκκινο τριαντάφυλλο ήταν για μένα, σ’ ευχαριστώ άγγελέ μου, σου τα κρύβω όλα, δε σ’ αφήνω να με δεις, κρύβομαι πάντα πίσω από ψεύτικο βάψιμο, πίσω από μια χαρά, είναι πλασματική άγγελέ μου, πάρε με να φύγουμε από δω, δεν αντέχω άλλο τη μιζέρια, το χνώτο μου βρωμάει κάθε βράδυ και όλα είναι ίδια, ανησυχώ, σταμάτα να ανεβαίνεις στη μηχανή, κάποια μέρα θα φύγεις και δε θέλω να σε χάσω, τώρα που σε βρήκα, έστω κι από μακριά, εσύ είσαι το φως που με φράζει να μη χυθώ, χύνομαι άγγελέ μου, χάνομαι και πρέπει να φύγω, σου κάνω κακό που χάνομαι, σου κάνω κακό που μένω, είμαι η πληγή σου κι εσύ το απύθμενο φως που δε μ’ αφήνει να πνιγώ.
ΑΝΤΡΑΣ
Όλη νύχτα περπάταγε. Μέσα στα κρύα βρύα και στις μακριές καλαμιές. Τα πόδια της είχαν ματώσει, από το άσκοπο διάβα, από τη άσκοπη περιπλάνηση, απ’ την κρύα ζωή, απ’ τα ζεστά χνώτα των ανθρώπων που πάντα νόμιζε ότι είχε. Αυτό που πραγματικά είχε, ήταν κάποια χνώτα, κάποιων ανθρώπων που ποτέ δεν είχε συναντήσει. Περπάτησε για ώρα μέσα στο κρύο. Τα πόδια της, τα υπέροχα, λεπτά, μακριά πόδια της, που κατέληγαν σε ισομερή, αγαπημένα, μα τόσο αγαπημένα ζεστά δάχτυλα, πλήγιαζαν, από έναν πυρετό χαράς, από μια λύπη ανείπωτη, από ένα βάσανο που δεν έλεγε να βγει απ’ το στήθος της. Μου είχε πει… και τι δε μου είχε πει, αλλά αυτά κάποτε… τώρα…. Τώρα βάδιζε αγέρωχη αλλά νικημένη, νικημένη επειδή ήθελε εκείνη να ηττηθεί. Γλυκιά στο βάθρο, στο βάθρο των αστέρων που μόνη της είχε επιλέξει.
Γλυκιά, μικρή, αλαφροΐσκιωτη, αγάπη μου, κοιμάσαι χρόνια τώρα και κανείς πια δεν μπορεί να σε πειράξει.


ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
Δε μ’ αρέσουν τα τριαντάφυλλα, μου προκαλούν θλίψη, εγώ γεννήθηκα για να ‘μαι μέσα στο φως, άγγελέ μου, εσύ θα είσαι το φως μου και εγώ η ακόλουθος σου, η μούλα, η ανάξια, μικρό μου, θα με φροντίζεις, σα μικρό υάκινθο, ο υάκινθος δεν έχει αγκάθια, με τρομάζουν τα αγκάθια, μπαίνουν στα δάχτυλά μου, με πονάνε, με πληγώνουν, δεν μπορώ να με πληγώνουν, θυμάμαι, δε θέλω να θυμάμαι, εσύ είσαι αυτός που με κρατά απ’ το χέρι, που με τραβά στο φως, αγκάλιασε με, κάνε με πάλι δική σου, δε σε χορταίνω, θέλω να ζήσω, θέλω να ‘μαι μαζί σου,
ΑΝΤΡΑΣ
Πάψε. Δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω τον πόνο. Τη μούχλα που με τυλίγει.
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
να σε νιώθω, να σε νιώθω άγγελέ μου, τα σκοτάδια που με δίκασες να μένω είναι δικά σου, είσαι εσύ, έλα να με πάρεις, κρυώνω, δε με βλέπεις; παγωνιά έχει εδώ κάτω χωρίς εσένα, χωρίς το άγγιγμά σου, η ψυχή μου τυραννιέται, δεν το επέλεξα εγώ να ζήσω έτσι, δεν το επέλεξα εγώ να έρθεις και να με πάρεις, γιατί ήρθες άγγελέ μου; τώρα δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, πονάω και είμαι ολόκληρη μια ανοιχτή πληγή, μονάχα μια γυναίκα μπορεί να πονάει έτσι, να πονάει και να συνεχίζει, να σκίζεται η καρδιά της στα δυο κι εκείνη να παραμιλάει, να σου δείχνει το άσπρο φως, να κάθεται αγόγγυστη πάνω στον παλιό καναπέ και να μετράει τις ώρες, είμαι περήφανη για σένα άγγελέ μου, είσαι το σκοτάδι και το φως μου, μόνο μην αργείς, δεν ξέρω πόσο ακόμα μπορώ ν’ αντέξω.
ΑΝΤΡΑΣ
Θυσίαν και προσφοράν δέν ηθέλησες, αλλά μου ετοίμασες σώμα. Εις ολοκαυτώματα και θυσίας δι αμαρτίας δεν έχεις ευαρέσκειαν. Τότε είπα, Ιδού ήλθα, όπως είναι γραμμένον δι εμέ εις τον κύλινδρον του βιβλίου, δια να κάνω το θέλημά σου. Θυσίαν και προσφοράν.
Μου χαϊδεύεις το μάγουλο με τα ματοτσίνορα, με πιάνεις απαλά απ’ τον ώμο, όχι, τώρα είναι καλύτερα, τώρα που το στόμα σου με τυλίγει, τώρα που σ’ ακούω όπως θα ‘θελα, ανεκπλήρωτη αγάπη, φως τ’ ουρανού, τ’ ουρανού άγγελος, μανία καταστροφική, τρέλα ανείπωτη, ευτυχία με δόσεις, σ’ αγαπώ άγγελέ μου, θέλω να ζήσω μαζί σου, εδώ, στο απάτητο που ζεις, που αναπνέεις, που με δέχεσαι, θέλω να τελειώσω, να σβήσω, να μην υπάρχω, αφού δεν υπάρχω χωρίς εσένα άγγελέ μου, μην κλαις άλλο, ήρθα, ήρθα να σε λυτρώσω, να γίνω εσύ. Ήρθα.
Πλάτανος. Είσαι ο πλάτανός μου, εσύ με συντροφεύεις εδώ στο κρύο, στη βροχή, κάποτε μου είχες πει ότι αυτή ήταν η τελευταία μέρα της βροχής, αλλά δεν ήταν, ήρθαν κι άλλες, κι άλλες,
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
άσε με να περάσω Χριστούγεννα, έχω χρόνια να περάσω καλά Χριστούγεννα, έχει κρύο κι εγώ περίμενα να μου φέρεις τη ζέστη, αλλά εσύ φέρνεις μόνο πόνο, δεν σε πιστεύω πια, κάποτε ίσως και να σε είχα πιστέψει, αλλά όχι πια, έχω μάθει να ζω μόνη μου, να είμαι μόνη μου, μόνο μια γυναίκα μπορεί να καταλάβει τη μοναξιά, άκουσέ την, άκουε την πως περνά από δίπλα μου, άκουε την πως με χαϊδεύει, πως μου μιλά, έμαθα να την αγαπώ άγγελέ μου, τώρα θα μάθεις κι εσύ, δε σου μιλώ όπως θέλεις εσύ, σ’ αγαπώ αλλά τα λόγια δε βγαίνουν, πνίγονται, γίνονται κόμπος, γίνονται δάκρυ, με πρόδωσαν άγγελέ μου κι αυτό δε μπορώ να το ξεχάσω, δε θέλω να ξεχάσω, ειδικά κάτι νύχτες σαν κι αυτή, είσαι ο μόνος που… όχι δε θα πω θα το κρατήσω μέσα μου, θα το πνίξω, θα το ξορκίσω, ξέχασες; εγώ γεννήθηκα για να είμαι η ζωή κι ο θάνατός σου, δε μπορώ να σε βλέπω έτσι, είσαι πάλι χλωμός, πάλι δεν έφαγες ψυχή μου; σήκω, σήκω. Σήκω.
ΑΝΤΡΑΣ
Η τελευταία μέρα Περσεφόνη, η τελευταία μέρα που μπαίνεις εδώ μέσα, η τελευταία μέρα που στοιχειώνεις τα όνειρά μου, έξω βρέχει, το ξέρεις, το νιώθεις στο πετσί σου, τις νιώθεις τις σταλίδες που πέφτουν πάνω σου, γλυκό ξόρκι, κοιτάς απ’ το παράθυρο τη βροχή πως κατεβαίνει ρυάκι στο τζάμι, στο θόλο, βρώμικη, ναι, σήμερα η βροχή είναι βρώμικη, είναι η τελευταία μέρα, η τελευταία μέρα της βροχής, άγγελέ μου, σε διώχνω, σε κυνηγώ, είμαι το θήραμά σου, γιατί δε μιλάς; ποτέ δε μιλούσες, ούτε τώρα; σε βλέπω, βλέπω αυτόν το καταρράκτη να σε πλαισιώνει, Θεέ μου, τι κακό φως είναι πάλι πάνω μας; απομακρύνεσαι, μέσα στους φοίνικες, κάποτε γέλαγες, έτρεχες ανέμελη ανάμεσά τους, τι κάνεις; που πας; δε θα με περιμένεις; έρχομαι, κάθισε λίγο, μια στάλα, ποτέ θα… Περσεφόνη, γιατί άγγελέ μου; δεν μπορώ άλλο εδώ, καθημερινά με πατάνε, περίμενε, έρχομαι, ένα τελευταίο ποτό, το ξέρω όπως κι εσύ το ξέρεις, σήμερα είναι η τελευταία μέρα, η τελευταία μέρα της βροχής άγγελέ μου, η τελευταία μέρα της βροχής…


Αυτό φίλες και φίλοι είναι το βιβλίο. Μάλλον μια πρώτη ιδέα, μια πρώτη ανάγνωση, μια πρώτη οπτική γωνία. Η ιστορία της Περσεφόνης. Της άτυχης θεάς, που πρέπει να επιστρέφει κάθε που χειμωνιάζει, πεισιθάνατος καρπός του έρωτα με τη λογοτεχνία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Έτσι, η Κόρη έρχεται και έρχεται κάθε Άνοιξη πίσω στο λογοτεχνικό πατέρα της κι οι υάκινθοι, όχι οι νάρκισσοι ανθίζουν στο άνυδρο τοπίο.
Αλλά δεν είναι μόνο η ιστορία του έρωτα. Η ιστορία της Περσεφόνης. Το βιβλίο είναι μια ελεγεία πάνω στην ανδρική φιλία. Μα φιλία μεταξύ τεσσάρων που άρχισε το 1974 και κατέληξε… στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου. Μια ιστορία για χαμένα ιδανικά, χαμένες ελπίδες, χαμένες ζωές. Μια ιστορία χαμένη μέσα στη σκόνη του μυαλού, μέσα στους μαιάνδρους της ποίησης, μέσα στην ανυπαρξία του ανέφικτου.
Πιο προσγειωμένα. Η ιστορία μας αρχίζει στη Θάσο. Το καλοκαίρι του 1974. Και ακολουθεί τις ζωές τεσσάρων φίλων μέχρι το καλοκαίρι του 2003. Με συνεχείς αναφορές, με συνεχή flash backs, με συνεχή σχόλια πάνω στην ανυπαρξία, στη ματαιοδοξία, στη μισαλλοδοξία. Η Καβάλα σε πρώτο πλάνο, άλλωστε το μαρτυρά και η υπέροχη φωτογραφία στο εξώφυλλο του βιβλίου. Η Θεσσαλονίκη έπεται, παίρνει τη σκυτάλη για να γράψει και το τέλος αυτής της ιστορίας. Γνωστά μέρη, που αγαπήσαμε όλοι, είτε σα φοιτητές είτε σαν περιηγητές, απλώνονται μπροστά στα μάτια μας για να δυναμώσουν την πλοκή. Αντίθετα με τ’ άλλα βιβλία μου, όπου δε υπήρχε καμιά γεωγραφική αναφορά, ή ο τόπος απλά υπήρχε χωρίς να προσθέτει, να αφαιρεί ή να σηματοδοτεί κάτι, Η Τελευταία Μέρα της Βροχής έρχεται για να δώσει σαφείς γεωγραφικές αναφορές, έρχεται για να αναδείξει τον τόπο κυρίαρχο μέρος. Είναι το καζάνι που βράζουν όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας. Είναι η κάθοδος στη δική τους κόλαση, στην κόλαση που επέλεξαν οι ίδιοι να ζήσουν. Είναι η αλυσίδα που τους δένει με τη ζωή και το θάνατο. Τη δική τους ζωή. Το δικό τους θάνατο. Ο τόπος είναι αυτός που δεν τους αφήνει να ξεφύγουν. Ο τόπος και οι τύψεις. Οι τύψεις για ένα έγκλημα που δεν διέπραξαν ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, κάθε καλοκαίρι, στις 15 Ιουλίου, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας επιστρέφουν στο νησί της Θάσου. Εκεί που άρχισαν όλα. Επιστρέφουν για να ξορκίσουν μια ζωή που ποτέ δεν επέλεξαν. Μια ζωή που τους φόρτωσαν. Μια ζωή που θα μπορούσε να είναι του καθενός.
Και όλα αυτά μέχρι του καλοκαίρι του 2001. Τότε είναι που αποφασίζουν, όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Και το κάνουν. Με όλες τις επιπτώσεις. Και αφήνουν πίσω έναν. Αφήνουν πίσω τον πιο κολασμένο, άρα τον πιο ελεύθερο να διηγηθεί την ιστορία τους. Μια ιστορία πόνου, έρωτα, θανάτου. Μια ιστορία για την τελευταία μέρα, την τελευταία μέρα όλων μας, την τελευταία μέρα της βροχής.

08/03/2008
Δ. Κ. - Ντ.: ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
DIMITRIS DOUBOURIDIS


BLACK CANON
THROUGH
BLACK ANTHOLOGIES


CONTENTS

- INTRODUCTION
I. SOCIO-HISTORICAL EVENTS AND CANON FORMATION 1960-1980
II. THE BLACK THEATRE MOVEMENT IN THE 60s
- BLACK PLAYS IN BLACK ANTHOLOGIES
- EPILOGUE: THE HEROES
- CONCLUSION
- SELECTED BIBLIOGRAPHY
- NOTES


INTRODUCTION

I. SOCIO-HISTORICAL EVENTS AND CANON FORMATION 1960-1980

The aim of this study is to examine the black canon. It will insist upon the fundamental redefinition of what is to speak of the "canon". To do so, emphasis will be placed on the drama anthologies, published in 20th century.
Speaking of the canon of American literature or any official canon for this matter, one is, certainly, in front of questions, such as, what are the ideologies that are involved with that canon? Why certain Afro-American texts were excluded from that canon and why others met with its approval? Have aesthetics, language, culture anything to do with the joining together of specific playwrights in a specific volume? What are the reasons other playwrights are not included in an anthology? What are the criteria of choosing a particular play and not another one by the same playwright? Are the plays selected in an anthology, able to reflect the black canon to the reader? Would a white author enter a black anthology, and if yes, could he speak of blackness sufficiently?
Anthologies work to consolidate and legitimate a dominant canon along with the ideologically self-interest values it supports. The modern literary academy in America tends to endorse procedures and mechanisms that effectively regenerate the ideological interests of the dominant culture. Editors occupy positions of some cultural value. Their acts of evaluation (represented in what they exclude as well as in what they include) constitute not merely recommendations of value, but also, because of a repeated inclusion of a particular work, in literary anthologies and a promotion of value of that work, determinants of value. Their selection not only implies certain criteria in literary values, but also more significantly, produces and maintains certain definitions of "literature". Thus, not only they occupy positions of cultural value, but they occupy positions of political value, too.
Canonical change, however, occurs as social change does. The 60s mark a change in black and white academia. They marked a change both canonical and social, because canon formation is affected from the socio-political changes. The era of the 60s is full of changes; therefore the literary canon changes too. Before this change is analysed, a study of some important socio-political events that occurred in the 60s is essential.
The "revolution" started in mid - 50s. The nihilistic period of the 50s, along with that of the golden prosperity of the same era began to be questioned . Martin Luther King became known in the black population with the Montgomery Bus Boycott, in 1955-56. The poets of the Beat generation gave their answer to the "American Way of Life". That was in 1958. In the South the racial oppression forced black students to protest non-violently by sit-ins, in the summer of 1960. The same year J.F. Kennedy became the president of the United States. In 1961 the Americans failed to invade Cuba. The same year the Freedom Riders abandoned Washington D.C. and went to New Orleans, in rented buses. They were beaten and arrested. Few of them, though, reached their destination. In 1963 Martin Luther King organised non-violent protests, in Birmingham Ala., which ended violently. A few months’ later 200,000 people demonstrated in Washington D.C. for more civil rights. Martin Luther King announced his famous speech: "I Have A Dream...". President Kennedy was assassinated in 1963. In 1964, King received the Nobel Prize. In 1965 Malcolm X was assassinated. The same year, more than 30 Blacks were killed in Los Angeles. In 1967, the police killed 80 people in riots in Newark, in Detroit and in other cities. Most of them were blacks. In 1968 Martin Luther King was assassinated. Many riots in black ghettos, in the North and in the South, followed. In 1969, the police attacked The Black Panther Party. In New York 27 Panthers were arrested because they were suspects of terrorism. In Chicago the police killed two Panthers. In Los Angeles the police attacked B.P.P.'s headquarters. In 1971 the B.P.P. was divided into two trends under H. Newton and E. Cleaver.
This period, thus, was full of protest, riots and a general questioning of the existing values. In this whole Movement of questioning, of doubt, of inquiry, one can observe the development and maturity of the Students' movement, of the Black Movement, of the anti-war movement. This was up to 1968-69. From 1969, things changed. Police oppression was reinforced, S.D.S. (Students for a Democratic Society) was led into a split, the anti-war movement, too, and the B.P.P. was divided, too. However, the questioning and the shift of values did not alter the sensitivities of the social classes. Especially did not alter the minorities.
One of the crucial events of that decade, was the founding of the Black Panther Party. This party changed the psychology of black people and inevitably led to the formation of a new literary canon. Two students, H. Newton and B. Seale founded the Party in 1966 in Oakland Cal. Soon after its creation the Party had its own newspaper: "The Black Panther". Armed protest and armed self-defence were the dominant points that characterised the B.P.P. But Black Panthers were not Nationalists; that is, they didn't desire the foundation of a separate nation. They simply wanted to gain freedom and pride. The Act of Emancipation was just an Act. Black Nation suffered and the Panthers were its saviours. Their politics was community organising. Political Nationalism, however, had its representative. LeRoi Jones is the spokesman of the central motto of Black Nationalism: "Black Is Beautiful". Jones founded the "United Brothers" and through his poets and plays, advocated the need for collectivism as opposed to individualism.
Another fact that played a role of great importance in the establishment of a new literary canon was migration, which started soon after the World War II. Millions of Blacks migrated to the North in order 1) to find a better profession and 2) to get away from racist South. Living, thus, in a new environment, they demanded their political and social rights. This request led these people to a new orientation and way of life, and consequently to a (re) birth of their hidden literary needs.
As was mentioned earlier, the change of the social status quo leads to a canonical change. Black intellectuals can no longer accept the notion of the dominant canon. They have to have their own canon. One would ask: "Weren't they authors in the past to create such canonised texts?" Two answers could be provided. First, these authors, like Toomer or Ellison, for example, did not convey a positive image of Blacks. Second, perhaps some authors produced canonised texts, like Plays of Negro Life (1927), Negro History in Thirteen Plays (1935), for example, but these anthologies could not sufficiently create a canon, simply because the whites had all the authority. White critics could not possibly praise work by Blacks. Consequently, this very important attempt of Blacks to create a canon, remained only an attempt. So, in the 60s black thinkers, conversant of the need to create a series of black canonised texts, edited black anthologies. They knew that individual plays could not contribute to the making of their own canon, unless they were gathered in an anthology. They knew that this was a political act. So they acted politically, just like some of canonical (white) critics, who had expressed their racism through calls for purity of the tradition.
It was earlier mentioned; that anthologies work to consolidate and legitimate a dominant canon along with the ideologically self-interested values it supports. Mainstream editors, publishers, reviewers, and critics, worked that way. Their task was to present which image of the Afro-American should appear before the American reading public. This statement concerns white anthologies.
A critical glance at some of these anthologies would be very helpful in order to understand the making of the canon and the exclusions and inclusions, that canon permits. In Colonial and Federalist American Writing (1966) the Afro-American is represented by Phillis Wheatley. Nobody else is included in this anthology and that's not accidental. The poetry of P. Wheatley did not harm anybody. It was not at all revolutionary; it was not at all a threat. The editor’s remark was simple: "...the editors have attempted to reproduce accurate and representative texts." The image of the Negro that the white literary establishment wanted to present, was the one of "primitive," docile servant, who in his/her free time was throwing some lines on a paper. This was hardly the case with Phillis Wheatley; however the establishment functioned that way. In The Theatre of Images (1977), in Word Plays vol.1 (1989), in Word Plays vol.4 (1984), in Famous American Plays (1920), in Famous American Plays (1930), in Famous American Plays (1940), in Famous American Plays (1950), in Famous American Plays (1960), in Sixteen Famous American Plays (1941), in The Most Popular Plays of the American Theatre (1979), in The Best Short Plays (1986), in The American Tradition in Literature (1956), in Major American Writers (1949), in The Oxford Anthology of American Literature (1956), in The Main Lines of American Literature (1954), in Southern Prose Writers (1927), in The American Literary Anthology (1968), no Afro-American is represented. However, there are some white anthologies, which do include Afro-Americans, or works about Blacks.
In American Popular Entertainments (1983), some minstrel shows are included. In American Life in Literature (1949), some Negro Folk songs are included. In The American Reader (1941), Folk songs are included, too. The idea of the "primitive" Negro is eminent in these anthologies. The editors, moving politically, excluded all the work by Afro-Americans, which was of some literary value and importance and included works either from Blacks or about Blacks, which depicted a rather obscure reality. They tried and partly succeeded in making fool of Blacks, presented them as the "Hairy Ape"[s] or, as in American Melodrama (1983), which included "Uncle Tom's Cabin," as the docile servants, unable to think or to act like proper human beings. This was the image they wanted to offer to the public and by omitting work of some literary value by blacks in their anthologies, they prevented Black Literature to enter the American canon. What they did permit to enter the canon is the following: In one of the most authoritative American anthologies The Norton Anthology of American Literature (1979), two black names are included. Phillis Wheatley and Frederick Douglass. The name of P. Wheatley and the reason for her poems' inclusion was mentioned before. On the other hand, "My Bondage and My Freedom" by F. Douglass, is not the best example of a novel that can enter the black canon. First of all it's a Slave narrative and as such it can only cause white pity. Secondly, the novel presents Douglass not as the rebel who gains his liberty, but as (again) the docile Negro who comes to terms with his master. It is not accidental, though, that the editors chose "Letter to His Old Master" from "My Bondage and My Freedom" to include in this anthology. This policy, however, changed as the years went by.

II. THE BLACK THEATRE MOVEMENT IN THE 60s

It was mentioned earlier that Blacks made some efforts to have their plays published in anthologies. From 1920 Blacks started to produce anthologies, but they didn't exactly meet white critics' approval. Black theatre, on the other hand, was white business. Plays were produced, but the playwrights were either white, or blacks who followed the whites' point of view. There were a few notable exceptions, Willis Richardson and Langston Hughes for example, but these playwrights were too few to change a whole system of values. On the other hand, Blacks were lacking the opportunity of having their criticism published. The production of the plays was criticised by white critics. So, there were two problems. The production of their own plays was rare and the criticism of these plays by their own critics, sparse.
It was not until the late 50s that things changed. There was a great shift of attention. Playwrights such as Theodore Ward, Louis Peterson, Lorraine Hansberry and others gained fame due to their dramatic expression. Moreover, there was an important shift in people's minds. A shift that was connected with the general change of society and the re-orientation of moral. Two factors that must be taken into consideration are 1) The migration of black people after World War II and 2) World War II itself. After World War II millions of blacks migrated to the North. So, they started to experience a new way of life, totally different from the one they were having in the South. This new life altered their orientation. Their social, ethical, political orientation had to be "built" from the beginning. In the rich North they were allowed to feel more human, than in the poor South. More than that, blacks were sent to Europe to fight. That changed their whole perspective and when they returned back home they were totally changed. After all they had taken part in a war that it was none of their business. In other words, they were used. This led them not to accept the traditional role of servility. Their participation, though, changed the way whites were confronting them. Not that in any sense whites considered blacks to be equal human beings - that was out of the question - but, however, they enjoyed some freedom.
In the 60s, the turbulent era, new values began to be explored. According to the new black intelligentsia, the Civil Rights Movement and the Harlem Renaissance did not hold any significance, apart from the historical point of view. Integration into the mainstream of American life was refused. The cultural values of the Blacks changed. New style was established. The "Back to Africa" movement dominated Blacks. Marcus Garvey was read again and became the centre of Black Power life style. "Black Is Beautiful" was spread among Blacks. Black Nationalism was the ultimate value for the era. The Black Panther Party advocated murder as the only way to salvation. Lenin and Mao were the figures of the Party. Martin Luther King (and his assimilationist Civil Rights Movement) was abandoned.
The turn was spectacular. This change of ethical code, of cultural values, of political activity did not leave black theatre out. Nationalism invaded theatre, too. Violence was chosen by black playwrights, in order to present their status. Theatre became militant, violent with playwrights like Ed Bullins, Jimmy Garrett, and LeRoi Jones. The latter especially, became the latent of black theatre, through plays, essays, and poems. Moreover, Jones was a black activist; not only did he advocate revolt through his work, but also he was a revolutionary himself.
Thus, theatre changed too, abandoning the mask of assimilationist technique, dropping the veil of American-Black and revealing its true essence: the Afro-American reality. Blacks were not any longer the good Christians, non-violent and ready to co-operate and co-exist with white people. Activism and revolution, so much advocated in plays of the era, was the answer to years of oppression.
In fact the black theatrical canon was set for the first time, because, as was mentioned earlier, there was a lack of people before the 60s who would be allowed to create that canon. The canon, then, changes as society changes. Not by authors, but by people who hold some kind of power over the audience and these people are editors, publishers, and critics. During the 60s those people, blacks of course, were activated and they were able to establish their role in literary society.
The golden era of the black movement, generally, and black literature, particularly, began to decline in mid 70s. The economic prosperity that played some part in the acceptance of black texts no longer existed. The leading role the United States wanted to play had its consequences. The war in Vietnam, the military bases that were established during that era, the money Americans paid in order to support governments all over the world, led to an economic crisis. That crisis affected more the middle class. As a consequence, there was a turn in literary politics. Americans returned to their Caucacentric orientation, abandoning minority studies. This meant that the sources of literary value, namely publishing houses, returned to the old norms of publishing, that is, they started to publish "The Western Tradition" again leaving aside black authors. Journals, reviews, criticism forgot all about the Other, in a nationalistic aura, that seemed to dominate American life of the mid 70s and early 80s. Conservatism in politics became conservatism in literature, too.
This study will examine the black canon. The following chapter will examine black plays in black anthologies. This chapter will examine the canon formation through plays from 1960 to 1980. It will try to redefine the notion of the canon along with the social movement of the 60s and its effects upon the production of plays.


08/03/2008
ΠΑΓΩΜΕΝΑ ΕΙΔΩΛΑ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΡΑΜΕΥΣ
ΠΑΓΩΜΕΝΑ ΕΙΔΩΛΑ εκδ. Ερωδιός
(απόσπασμα)
Ήμουν σε μια παράξενη υπερδιέγερση. Όλα είχαν βρει το δρόμο τους. Όλα είχαν μπει σε τελική ευθεία. Ήταν πια ζήτημα ωρών. Δε μπορούσα να κοιμηθώ. Αυτό ήταν δεδομένο. Και έτσι απλά, την ώρα που έπινα τον καφέ, το αποφάσισα. Το αυτοκίνητο - ένα Seat Ibiza μαύρο - ήταν μέσα στη σκόνη. Άνοιξα την πόρτα του οδηγού. Μέσα, μια μπόχα από τσιγάρα με χτύπησε. Έριξα λίγο νερό στο παρμπρίζ, έβαλα μπρος... και αυτό ήταν. Σε λίγη ώρα η πόλη ήταν πια παρελθόν.
Πήγαινα χωρίς να σκέφτομαι. Άλλωστε τι σημασία είχε; Δεξιά κι αριστερά μου έτρεχαν τα στάχυα. Άφηνα πίσω μου τους φαντάρους, τους τρελούς και τη σκόνη του μυαλού μου. Ασπρόπυργος, Ελευσίνα, Μέγαρα. Τι σημασία είχε; Στην Κινέττα ήπια τον πρώτο καφέ του ταξιδιού και στον Ισθμό χάζεψα τ’ ανύπαρκτα ψάρια. Έκανε κρύο...
Συνέχισα απ' την άλλη μεριά. Δυο κόσμοι - μια γέφυρα και τ’ απαραίτητα διόδια. Κόσμος, σύνορα, παντού τα ίδια σκατά. Στο Κιάτο έκανα την παράκαμψη και στο Ξυλόκαστρο ήπια τον δεύτερο καφέ. Ίδιος με τον άλλο. Τον από δω. Συνέχισα... Καμάρι, Δερβένι, Διακοφτό. Τα ψάρια συνέχιζαν να είναι πεθαμένα και το αυτοκίνητο – ένα Seat Ibiza μαύρο - συνέχιζε να τρέχει. Έβλεπα, αλλά δεν κοίταζα. Πήγαινα όλο και πιο βαθιά, μα στην ουσία ποτέ δεν είχα στ’ αλήθεια απομακρυνθεί... Αίγιο, Καμάρες, Ρίο. Αγνόησα την Πάτρα. Προτίμησα ένα χειμωνιάτικο καφενείο με φουφού και θολωμένα τζάμια. Πήρα ούζο, χωρίς μεζέ και επικέντρωσα τα βλέμματα όλων των μελαψών αντρών εκεί μέσα. Κάτι ανατολίτικες μουσικές, με ταξίδεψαν για λίγο απέναντι. Εκεί στις ρίζες του παππού μου.
Απέναντι τα φέρυ-μποτ πήγαιναν κι έρχονταν, μεταφέροντας ένα αλλόκοτο συνονθύλευμα. Θα μπορούσε κανείς να κάθεται με τις ώρες στο θολωμένο καφενείο, με τις μέρες, με τις βδομάδες.
(με λένε Νικαίτη, εσάς;)
Ο καπνός είχε κολλήσει καλά στο ταβάνι και δε ξεκολλούσε με τίποτα.
(είμαι οφθαλμαπάτη, στ’ αλήθεια είμαι)
Ο γέρο-κάπελας μάταια προσπαθούσε να τον βγάλει μ' ένα ξυστρί. Ένας μικρός τσιγγάνος ήρθε με κάμποσες κασέτες στο άθλιο τραπέζι. Διάλεξα μια, πιο πολύ στην τύχη. Τα κέρματά μου αναπήδησαν στο τραπέζι. Έξω το κρύο ήταν ακόμα τσουχτερό.
Αντίρριο, Ναύπακτος, Ερατεινή. Έσπρωξα την κασέτα κι άναψα το τσιγάρο. Στο φως ενός φανοστάτη πρόλαβα και διάβασα Γραμμές των Οριζ... στον επόμενο, Νίκος Κανναβίας
(κάτι μου θύμιζε... Κανναβίας...)
Γραμμές των Οριζόντων: Νίκος Καββαδίας. Η γνώριμη μουσική γέμισε το χώρο

για μια στιγμή αν με λύγισε
σήμερα δε με ορίζει...

μου άρεσε αυτός ο Κανναβίας (Καββαδίας;). Συνέχισα. Το σκοτάδι ήταν πυκνό. Το φως των προβολέων ήταν το μοναδικό σημάδι ζωής
(ζωής; Με λένε Νικαίτη, εσάς;)
μπροστά μου μια γέφυρα. Μ’ έπιασε τρόμος. Χωράω; Το τούνελ ήταν τόσο σκοτεινό που ούτε τα φώτα μου δεν κατάφεραν να φωτίσουν. Και ήταν ατέλειωτο. Δυνάμωσα την ένταση

σαράντα μέρες όλο μέτραγες τα μίλια...
κι όλο μουρμούριζες βραχνά φάλτσο η πορεία...

αλλά δε μπορούσα να βγω. Το φίδι συνέχιζε ευθεία μπροστά, ατέλειωτο και μονότονο. Γαλαξίδι

είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού...

κι άλλο τούνελ. Μπήκα
(μη με λες Νικαίτη, για σένα είμαι η Καίτη)
πάλι σ' ένα ατέλειωτο ταξίδι. Δυνάμωσα κι άλλο την ένταση

Ήταν εκείνη τη νυχτιά
που φύσαγε ο Βαρδάρης...
μα συ θυμάσαι τη Σμαρώ
και την Καλαμαριά...

(μόνο γι αυτό είσαι άξιος... να λες πως μ’ αγαπάς)

εκτός από τη μάνα σου
κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό
ταξίδι του χαμού...

Ιτέα, Άμφισσα, Θεέ μου βγήκα απ' το τούνελ

πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη
μου είπες σ’ αγαπώ...

(...να λες πως μ’ αγαπάς)
στροφές, συνεχόμενες, οι ντόπιοι τις λένε “τσιμπίδες” επειδή είναι εκατόν ογδόντα μοιρών. Μαύρα βουνά, δε φαίνεται τίποτα. Το μόνο που λαμπιρίζει είναι η καύτρα απ' το τσιγάρο μου. Ένας σκαντζόχοιρος στο δρόμο. Νεκρός, ξεκοιλιασμένος. Σαπίζει στην υγρή άσφαλτο.

κάτω από φώτα κόκκινα
κοιμάται η Σαλονίκη...

Μπράλλος, τέρμα οι στροφές, Λαμία, Εθνική, τίποτα να δεις, τίποτα να σκεφτείς. Εθνική. Η απόλυτη μοναξιά. Τα λαμπιόνια που περνούν χωρίς να σε υπολογίζουν. Οι νταλίκες που σκίζουν τον αέρα και

μάταια θα ψάχνεις το στρατί
που πάει για το Ντεπό...

Λάρισα
(θα ήθελα να με λέγανε Βέρα)
είναι τόσο γνώριμα, ο κάμπος, η θάλασσα του κάμπου (είχα ξανάρθει;) του ατέλειωτου που με συνοδεύει σ' αυτό το ταξίδι. Τα Τέμπη, ο Πηνειός, το αχνό ξημέρωμα,

πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια
είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια

(η Βέρα... μια οπτασία... ένα όραμα)

και δε τα βλέπεις καθώς λένε με το πρώτο

στ’ αριστερά το Λιτόχωρο και πάνω ο βασιλιάς, ο γέρο-Όλυμπος, ευθεία η

μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ' πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα

Κατερίνη. Διόδια. Κόσμος. Δε μπορώ τη φασαρία. Τελική ευθεία για
(ξέρεις... η Βέρα δε μπορούσε να πεθάνει, μια ιδέα δε μπορεί να πεθάνει)

0 λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει
ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι

Θεσσαλονίκη. Ο ήλιος προβάλλει δειλά. Ένας ανάπηρος ήλιος, ανήμπορος να διαδεχτεί τη μαγική νύχτα. Προσπερνώ την Θεσσαλονίκη. Δε μου λέει τίποτα πια. Ασπροβάλτα, Via Egnatia, το τίποτα

σκαντζάρισες μα σε κρατάει λύπη μεγάλη

(η Βέρα...θα σας φάει όλους ακούς;)

η λαμαρίνα όλα τα σβήνει
μας έσφιξε το Κούρο Σίβο σα μια ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι

Νέα Πέραμος , Νέα Ηρακλείτσα , Παλιό, Καβάλα.
Έκλεισα τη μουσική και πέταξα την κασέτα. Ήμουν πολύ κουρασμένος.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Καβάλα 7/4/2003

Μετά την «Βρώμικη Πόλη» που είχε κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη του 2000 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ο Δημήτρης Κεραμεύς παρουσιάζει στο κοινό της Καβάλας το καινούριο του βιβλίο, που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία της πόλης, με τίτλο «Παγωμένα Είδωλα», από τις εκδόσεις Ερωδιός.
Με το δεύτερο βιβλίο του ο Δημήτρης Κεραμεύς προσπαθεί ν’ αποτυπώσει την παράνοια, το άγχος και τον τρόμο των σύγχρονων σχέσεων και των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ανατροπών, μια γραφή που κινείται στα όρια της «άρρωστης, μαύρης» λογοτεχνίας ενός Edgar Allan Poe.
Όλα αρχίζουν σε μια ομιχλώδη πόλη με τον ήρωα (ή μάλλον αντί – ήρωα;) να περιφέρεται με σκοπό. Ανάμεσα σε παλιές Κέλτικες δοξασίες. Ανάμεσα σε άμετρο αλκοόλ. Ανάμεσα σε Δρυάδες και σε ξεχασμένους κόσμους. Στην παλιά Εθνική οδό. Σε ξεχασμένα αεροδρόμια με την ομίχλη κυρίαρχο σημείο. Με τις εμμονές να ταλανίζουν το Είναι. Με σεξουαλικές εμμονές. Με καταστροφική, δολοφονική μανία. Με τάσεις αυτοκαταστροφής. Με… άλλα όλα είναι εκεί έξω.
Σύντομα θα γίνει και η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στην πρώην Δημοτική Βιβλιοθήκη σε ημερομηνίες που θα ανακοινωθούν.

08/03/2008
ΒΡΩΜΙΚΗ ΠΟΛΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΡΑΜΕΥΣ
ΒΡΩΜΙΚΗ ΠΟΛΗ
εκδ. Καστανιώτη
(οπισθόφυλλο)
Ποιος είναι ο Aλέξανδρος Kάππας; Tι δουλειά έχει η φωτογραφία του Mπόγκαρτ στο γραφείο του; Tι γυρεύει η ξανθιά καλλονή; Γιατί ο Θωμάς Aγοράστης έπρεπε να πεθάνει; Tι σχέση έχει η Zιζή Διαμαντοπούλου με το θάνατο του συζύγου της; Ποιος είναι τελικά ο Αρης Λεμονής; Kαι πού κολλάει σε όλα αυτά η Φανή; Mαίανδροι, γρίφοι και αναπάντητα ερωτήματα. Ένα γοητευτικό ιντερμέτζο ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα. Aνάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Aνάμεσα στον παράδεισο και στην κόλαση του καθενός. Mια φιλοσοφική περιπλάνηση στους δρόμους. Mιας πόλης βρώμικης.

08/03/2008
Σελίδα: 1 | 2 | 3 | 4
 
a mediamax production